Το σωματικό πρόβλημα του νου


του ΤΖΟΝ ΓΚΡΕΪ

ΜΕΤΑΦΡΑΣΗ: ΘΟΔΩΡΗΣ ΣΤΑΜΑΤΗΣ

Σύμφωνα με τις μείζονες μονοθεϊστικές θρησκείες –τον ιουδαϊσμό, τον χριστιανισμό και το Ισλάμ–, οι άνθρωποι έχουν ξεχωριστή φύση και μοίρα, που διαφοροποιείται και είναι ανώτερη από των άλλων ζώων. Καθώς έχουν δημιουργηθεί από μια θεϊκή δύναμη, οι άνθρωποι μοιάζουν σε αυτή ως προς το γεγονός ότι δεν ανήκουν εξολοκλήρου στον φυσικό κόσμο. Διακρίνονται από ελευθερία της βούλησης, κάτι που κανένα άλλο ζώο δεν διαθέτει, και, χάρη στη μετά θάνατον ζωή, είναι απαλλαγμένοι από τη θνητότητα.

Στις δυτικές κοινωνίες οι μονοθεϊστικές ιδέες δεν κυριαρχούν πλέον στην καθαρή μορφή που είχαν κάποτε, ωστόσο ο ισχυρισμός πως οι άνθρωποι κατέχουν μοναδική θέση στον κόσμο δεν έχει απορριφθεί. Συνεχίζει να καθορίζει τον τρόπο με τον οποίο βλέπουμε τον εαυτό μας και τον πλανήτη μας, παρότι ως ειδοποιό γνώρισμα της ανθρωπότητας τώρα προσδιορίζεται συνήθως η ορθολογικότητα ή η αυτοσυνειδησία και όχι η ύπαρξη ψυχής. Όπως η Μέλανι Τσάλεντζερ γράφει στο Πώς να είσαι ζώο[1]:

Για εκείνους που πιστεύουν βαθιά στην ύπαρξη ενός δημιουργού, διαθέτουμε ψυχή η οποία είναι αποκλειστικό γνώρισμα του ανθρώπινου σώματος. Για τους άθεους ανθρωπιστές στοχαστές, διαθέτουμε νοημοσύνη που προσιδιάζει στην ψυχή και η οποία είναι αποκλειστικό γνώρισμα του ανθρώπινου εγκεφάλου. Αυτό εξηγεί, σύμφωνα με αυτές τις δύο αντιλήψεις, γιατί οι άνθρωποι δεν είναι στην πραγματικότητα ζώα. Τουλάχιστον, όχι με την ουσιαστική σημασία του όρου.

Γνωρίζουμε χάρη στην εξελικτική βιολογία ότι οι άνθρωποι προήλθαν από τον φυσικό κόσμο. Την ίδια στιγμή, πολλοί θεωρούν πως έχουμε απεμπολήσει τις ζωικές καταβολές μας· κάποιοι πιστεύουν ότι μπορούμε να προδιαγράψουμε τη μελλοντική μας εξέλιξη. Αυτή η ασυμφωνία ανάμεσα σε αυτό που ξέρουμε από την επιστημονική έρευνα και στην εικόνα που έχουμε διαμορφώσει για τον εαυτό μας αποτελεί το κεντρικό θέμα της Τσάλεντζερ: «Η αλήθεια είναι πως άνθρωπος σημαίνει ζώο. Είναι δύσκολο να το παραδεχθούμε αν έχουμε ανατραφεί πιστεύοντας ότι διαφέρουμε από τα ζώα.»

Η Τσάλεντζερ, Βρετανίδα συγγραφέας που ασχολείται με περιβαλλοντικά ζητήματα, σημειώνει πως αυτή η πεποίθηση δεν περιορίζεται στις μονοθεϊστικές θρησκείες. Στις ινδουιστικές και βουδιστικές παραδόσεις, οι άνθρωποι ενίοτε παρουσιάζονται να διαθέτουν μεγαλύτερη πνευματική αξία από τα άλλα ζώα: «Στην Ταϊτιρίγια Ουπανισάντ ο θεός Σίβα ξεκαθαρίζει πως μόνο οι άνθρωποι έχουν την ικανότητα να δρουν βάσει της γνώσης». Σε κάποια ρεύματα του βουδισμού, μόνο οι άνθρωποι δύνανται να λυτρωθούν από τον κύκλο της γέννησης, του θανάτου και της αναγέννησης.

Οι αρχαίοι Έλληνες και οι Ρωμαίοι υιοθετούσαν παρόμοιες διακρίσεις. Ο Αριστοτέλης παρουσίασε μια ιεραρχική θεώρηση του κόσμου (cosmos) σύμφωνα με την οποία η θεϊκή νοημοσύνη αντανακλάται ατελώς με διαφορετικές διαβαθμίσεις στα ανθρώπινα όντα. Οι Στωικοί φιλόσοφοι πίστευαν πως οι άνθρωποι έχουν μεγαλύτερη αξία σε σύγκριση με τα άλλα ζώα επειδή, χάρη στην έλλογη ικανότητά τους, μπορούν ως έναν βαθμό να είναι μέτοχοι της θείας λογικής, ή του Λόγου (Logos), που χαρακτηρίζει το σύμπαν. Τόσο για τους Στωικούς όσο και για τους αριστοτελικούς, οι άνθρωποι συνδέονται με το θείο, πράγμα που τους διαχωρίζει από τα άλλα είδη.

Ωστόσο, η ριζική διάκριση ανάμεσα στους ανθρώπους και τα ζώα ενδεχομένως δεν χαρακτηρίζει όλους τους πολιτισμούς του κόσμου. Μια τέτοια διάζευξη δείχνει να μην έχει κεντρική σημασία στις ανιμιστικές κουλτούρες. Η Τσάλεντζερ γράφει:

Όσον αφορά εκείνες τις κοσμοθεωρίες που συναθροίζονται γενικά και αόριστα κάτω από τον όρο «ανιμισμός», ευλόγως το χάσμα [μεταξύ ανθρώπων και ζώων] είναι μικρότερο. […] Οι άνθρωποι απλώς κατέχουν ένα μερίδιο στον ιερό κόσμο. Υπάρχουν ακόμα ίχνη αυτού του πρωταρχικού υπερφυσικού τοπίου. Το βρίσκουμε σε μια χούφτα πολιτισμούς κυνηγών-τροφοσυλλεκτών και αμυδρά στις πολυθεϊστικές κοσμοθεωρίες. Ως επί το πλείστον όμως δείχνει να μην επιβίωσε κατά τη μετάβαση στις μεγάλες αγροτικές κοινωνίες.

Για τους ανιμιστές, δεν υπάρχουν δύο κόσμοι, ο ένας φυσικός και υλικός, ο άλλος υπερφυσικός και πνευματικός· αυτός που αποκαλούμε φυσικό κόσμο είναι γεμάτος πνεύματα. Οι άθεοι στοχαστές που αντιλαμβάνονται τη θρησκεία ως την πίστη σε μια υπερφυσική δύναμη επικαλούνται μια διάκριση την οποία οι ανιμιστές –πιστοί αυτού που ίσως θα περιγραφόταν ως η πρωταρχική θρησκεία της ανθρωπότητας– δεν αναγνωρίζουν. Η ίδια η ιδέα της θρησκείας ως διακριτού τομέα δραστηριότητας, που διαχωρίζεται από την υπόλοιπη ζωή των ανθρώπων, πιθανότατα αποτελεί κληρονομιά των μονοθεϊστικών παραδόσεων. Αυτό όμως είναι μια άλλη ιστορία.

Οι εκκοσμικευμένες κουλτούρες όπως η δική μας, ισχυρίζεται η Τσάλεντζερ, έχουν σε μεγάλο βαθμό απορρίψει τις μονοθεϊστικές αντιλήψεις ενώ διατηρούν τη μονοθεϊστική έννοια της ανθρώπινης ιδιαιτερότητας. Όταν περιγράφει τους τρόπους με τους οποίους η κοσμική σκέψη έχει διαμορφωθεί από τον μονοθεϊσμό, εστιάζει σε δύο μέλη της δυναστείας Χάξλεϋ – τον Βικτοριανό Τόμας Χένρι Χάξλεϋ, ενίοτε γνωστό ως το «μπουλντόγκ του Δαρβίνου», επειδή υπερασπίστηκε αδιάλλακτα τη δαρβινική φυσική επιλογή, και τον εγγονό του Τζούλιαν Χάξλεϋ, βιολόγο και ευγονιστή που έζησε στον εικοστό αιώνα, ο οποίος επινόησε τον όρο «διανθρωπισμός» (transhumanism). Παραθέτει τον Τζούλιαν: «Το ανθρώπινο είδος μπορεί, εάν το επιθυμεί, να υπερβεί τον εαυτό του. […] Ο άνθρωπος παραμένει άνθρωπος, αλλά υπερβαίνει τον εαυτό του, αξιοποιώντας καινούργιες δυνατότητες που άπτονται της ανθρώπινης φύσης του και λειτουργούν προς όφελός της».

Ένα κρίσιμο ζήτημα που αφορά τους διανθρωπιστές είναι ποιες ανθρώπινες δυνατότητες πρόκειται να επεκταθούν και πώς –καθώς και από ποιον– θ’ αποφασιστεί αυτό. Παραδόξως, αυτά τα ερωτήματα δεν τίθενται ρητά στο έργο του Τζούλιαν Χάξλεϋ: είναι σχεδόν σαν να πίστευε πως οι απαντήσεις ήταν προφανείς. Η ικανότητα να γνωρίσουμε το σύμπαν και να αυξήσουμε τη γνώση μας όσον αφορά τον τρόπο λειτουργίας του απλώς θεωρείται ότι είναι το πλέον πολύτιμο ανθρώπινο χαρακτηριστικό. Τα ανθρώπινα όντα είναι στην ουσία φορείς συνείδησης, και η ανθρώπινη βελτίωση έγκειται στην αναβάθμιση αυτής της συνείδησης. Μικρότερη σημασία έχει, αν λαμβάνεται καθόλου υπόψη, το εάν οι πλέον αποτελεσματικοί τρόποι για να επιτευχθεί ο εν λόγω στόχος συνάδουν με τις αξίες της ανθρώπινης ισότητας και αλληλεγγύης.

Αξίζει να εξετάσουμε περισσότερο επισταμένα τα συμφραζόμενα εντός των οποίων ο Χάξλεϋ έδωσε τον ορισμό του διανθρωπισμού που αναφέρθηκε παραπάνω. Η πρόταση που παραθέτει η Τσάλεντζερ, η οποία προέρχεται από το New Bottles for New Wine (1957) του Χάξλεϋ, ολόκληρη λέει: «Το ανθρώπινο είδος μπορεί, εάν το επιθυμεί, να υπερβεί τον εαυτό του – όχι απλώς σποραδικά, με διάφορους μεμονωμένους τρόπους, αλλά στην ολότητά του, ως ανθρωπότητα». Ο Χάξλεϋ συνεχίζει:

 «Πιστεύω στον διανθρωπισμό»: θα υπάρξουν κάποτε αρκετοί άνθρωποι που όντως θα μπορούν να αρθρώσουν την εν λόγω φράση, το ανθρώπινο είδος θα βρεθεί στο κατώφλι μιας νέας μορφής ύπαρξης, η οποία θα είναι τόσο διαφορετική απ’ τη δική μας όσο η δική μας από εκείνη του ανθρώπου του Πεκίνου. Πρόκειται εν τέλει για τη συνειδητή εκπλήρωση του πραγματικού του πεπρωμένου.[2]

Αυτά τα εκτενέστερα αποσπάσματα δίνουν μια καθαρότερη εικόνα του πώς οι θεολογικές κατηγορίες συνέχιζαν να διαμορφώνουν τη σκέψη του Χάξλεϋ. Η προοπτική το ανθρώπινο είδος να υπερβεί τον εαυτό του «στην ολότητά του, ως ανθρωπότητα» ενδεχομένως έχει νόημα από μια θεϊστική οπτική σύμφωνα με την οποία το ανθρώπινο γένος έχει ένα «πεπρωμένο» και οι σκοποί ενός δρώντος Θεού ξεδιπλώνονται μέσω αυτού. Όμως σύμφωνα με τη δαρβινική εξέλιξη ένα είδος δεν είναι κάτι που φανερώνει την ύπαρξη αυτού του δρώντος. Τα γονίδια αλληλεπιδρούν σύμφωνα με τη φυσική επιλογή, η οποία δεν διακρίνεται από κάποιο γενικό σκοπό ή στόχο. Για έναν δαρβινιστή, οποιαδήποτε αναφορά στην «ανθρωπότητα» που δρα «στην ολότητά της» αποτελεί κατηγορικό σφάλμα.

Οι άθεοι στοχαστές ίσως απορρίπτουν την ιδέα ότι οι άνθρωποι, χρησιμοποιώντας τη δύναμη της έλλογης σκέψης και της συλλογικής δράσης που διαθέτουν, μπορούν να «υπερβούν» τη δαρβινική εξέλιξη. Το ανθρώπινο είδος ίσως έχει έρθει στον κόσμο τυχαία, έχει όμως τη δυνατότητα να θέτει στόχους για τη μελλοντική του ανάπτυξη. Στην πραγματικότητα, ωστόσο, πρόκειται για τους στόχους συγκεκριμένων ανθρώπινων ομάδων. Αντί η ανθρωπότητα να δράσει ως ένα πρόσωπο, κάποια ανθρώπινα όντα θα αυτοναγορευτούν αντιπρόσωποι της ανθρωπότητας. Αυτή η ομάδα τότε θα ταυτίσει τις αξίες της με εκείνες του ανθρώπινου είδους. Σχεδόν αναπόφευκτα, οι άνθρωποι που δεν θα αποδεχθούν τις εν λόγω αξίες θα θεωρηθούν ότι υπολείπονται κάποιων χαρακτηριστικών προκειμένου να είναι πλήρως ανθρώπινοι.

Τα γραπτά του Χάξλεϋ αντανακλούν αυτή την τάση. Στο Africa View (1931), το οποίο έγραψε αφότου επισκέφθηκε την αφρικανική ήπειρο εκ μέρους του βρετανικού Υπουργείου Αποικιών, ισχυρίστηκε πως υπήρχαν «αρκετά στοιχεία σύμφωνα με τα οποία οι νέγροι είναι προγενέστερο προϊόν της ανθρώπινης εξέλιξης σε σχέση με τους Μογγόλους ή τους Ευρωπαίους, και εξαιτίας αυτού θα περίμενε κανείς να έχουν εξελιχθεί λιγότερο, τόσο σωματικά όσο και νοητικά». Μετά την άνοδο του ναζισμού ο Χάξλεϋ τροποποίησε τις θεωρίες του, λέγοντας πως η έννοια της φυλής είναι αντιεπιστημονική, ωστόσο παρέμεινε υποστηρικτής των ευγονικών θεωριών και πρακτικών που στην ουσία απανθρωποποίησαν μεγάλα τμήματα του είδους μας. Πάνω από τριάντα χρόνια αφότου εξέδωσε το Africa View, σε μία εκ των διαλέξεων εις μνήμην του Φράνσις Γκάλτον που έδωσε στο Λονδίνο και τιτλοφόρησε «Η ευγονική από εξελικτική σκοπιά», έγραψε:

[Ο άνθρωπος] δεν είναι απλώς υπερβολικά νέος· είναι επίσης υπερβολικά ατελής, ένα ανολοκλήρωτο και συχνά κακοφτιαγμένο προϊόν του εξελικτικού αυτοσχεδιασμού. […] Η διαδικασία της ανθρωποποίησης (hominization) πόρρω απέχει απ’ το να ολοκληρωθεί. […] Ο άνθρωπος, στην πραγματικότητα, έχει άμεση ανάγκη από περαιτέρω βελτίωση.

Εδώ είναι που η ευγονική μπαίνει στο κάδρο.

Στη συνέχεια της διάλεξης είναι πιο συγκεκριμένος όσον αφορά τις ομάδες που χρειάζονται περαιτέρω «ανθρωποποίηση»:

Η καταγεγραμμένη εκθετική αύξηση των ομάδων, των τάξεων και των κοινοτήτων με χαμηλό εισόδημα κατά τη διάρκεια των τελευταίων εκατό χρόνων δεν μπορεί εκ των πραγμάτων να είναι ευγονική. Η υπερβολικά υψηλή γονιμότητα των λεγόμενων κοινωνικά προβληματικών ομάδων στις φτωχογειτονιές των βιομηχανικών πόλεων ασφαλώς και είναι αντιευγονική.

Η ευγονική, εδώ όπως και αλλού στα γραπτά του Χάξλεϋ, καλύπτει ένα εύρος πολιτικών που στοχεύουν να διορθώσουν την υποτιθέμενη φυσική υπερπαραγωγή όσων θεωρούνται κατώτερα ανθρώπινα όντα. Ένας τρόπος μέτρησης της κατωτερότητας που επικαλείται είναι το IQ. Στη διάλεξη εις μνήμην του Γκάλτον γράφει:

Αναλογιστείτε τη διαφορά νοητικής ικανότητας που υπάρχει ανάμεσα στις ορδές των μέσων ανδρών και γυναικών με IQ γύρω στο 100 και στην ισχνή ομάδα όσων […] αποκαλούμε ιδιοφυίες με IQ 160 και πάνω […] και μετά σκεφτείτε πως, εφόσον η καμπύλη συχνότητας όσον αφορά τη νοημοσύνη είναι σχεδόν συμμετρική, όσοι ανόητοι άνθρωποι υπάρχουν με IQ χαμηλότερο του 100 άλλοι τόσοι έξυπνοι υπάρχουν με IQ μεγαλύτερο του 100.

Αν ερμηνευτεί κατ’ αυτόν τον τρόπο, η ανθρώπινη πρόοδος θα μπορούσε να προωθηθεί με το να στειρωθούν οι άνθρωποι με χαμηλό IQ και να αυξηθεί η γονιμότητα εκείνων με υψηλότερο. Όσον αφορά την πρώτη πιθανότητα, ο Χάξλεϋ κλίνει υπέρ της εθελοντικής στείρωσης, παρόλο που σημειώνει ότι «οι ασθενείς που σήμερα υποβάλλονται σε αναγκαστική νοσηλεία αποτρέπονται απ’ το να αναπαραχθούν με το να τίθενται υπό περιορισμό σε ψυχιατρικές κλινικές». Όσον αφορά πιο θετικά προσανατολισμένες ευγονικές πολιτικές, προτιμά την επιλεκτική αναπαραγωγή μέσω μιας μορφής τεχνητής γονιμοποίησης –«ευγονική γονιμοποίηση από επιλεγμένους δότες» το «ανώτερο σπέρμα» των οποίων έχει υπερκαταψυχθεί– μια μέθοδο παρόμοια με αυτήν που παρουσιάζεται στο βιβλίο Θαυμαστός καινούργιος κόσμος του αδελφού του, Άλντους Χάξλεϋ[3].

Τα ερωτήματα που προκύπτουν απ’ τον διανθρωπισμό του Χάξλεϋ εμπίπτουν σε κάθε εκδοχή διανθρωπιστικής σκέψης, είτε αυτή αφορά την ευγονική είτε όχι. Πώς είναι δυνατόν κάποια ανθρώπινα όντα να κριθούν ότι είναι λιγότερο ανθρώπινα από τα άλλα; Είναι προφανές πως, στην πράξη, αυτές οι κρίσεις θα αντανακλούν την εξιδανικευμένη αυτοεικόνα εκείνων που τις διατυπώνουν. Το αφήγημά τους όσον αφορά τι είναι πιο ουσιωδώς ανθρώπινο, και ως εκ τούτου ποια από τις ανθρώπινες δυνατότητες είναι η πλέον πολύτιμη, θα αποτελεί μια βελτιωμένη εκδοχή τού τρόπου με τον οποίο οι ίδιοι αντιλαμβάνονται τον εαυτό τους. Αντί το ανθρώπινο γένος να δρα ως ολότητα, σύμφωνα με αυτή τη διανθρωπιστική θεώρηση κάποια ανθρώπινα όντα θα ασκούν εξουσία πάνω σε άλλα, και πολλά απ’ τα τελευταία θα αντιμετωπίζονται ως τροχοπέδη για την ανθρώπινη εξέλιξη.

Η Τσάλεντζερ αναφέρεται στους κινδύνους της φυλετικής και κοινωνικής ιεραρχίας όταν σχολιάζει την πεποίθηση του Άγγλου φιλοσόφου του δέκατου έβδομου αιώνα Τζον Λοκ πως αυτό που συγκροτεί ένα πρόσωπο είναι κάτι ψυχικό ή διανοητικό – «μια ψυχή ή res cogitans». Γράφει:

Εάν ως πρόσωπο νοείται ένα σύνολο σπάνιων νοητικών ικανοτήτων, τότε μπορούμε να έχουμε ανθρώπους που δεν είναι πρόσωπα και ανθρωποειδή που είναι. Οι γυναίκες της Σαουδικής Αραβίας στερούνται νομικής υπόστασης ως πρόσωπα, με το σκεπτικό ότι η ικανότητά τους να χειρίζονται τις υποθέσεις τους είναι ανεπαρκής. Παρόμοιες προκαταλήψεις δικαιολογούσαν το κίνημα εναντίον της ψήφου των γυναικών στη Βρετανία των αρχών του εικοστού αιώνα. […] Τα ίδια πάνω κάτω επιχειρήματα χρησιμοποιήθηκαν εναντίον του δικαιώματος ψήφου των μαύρων στην Αμερική.

Τα ανθρώπινα όντα τα οποία για κάποιους είναι ανεπαρκή όσον αφορά ιδιότητες που θεωρούνται απολύτως ανθρώπινες απολαμβάνουν λιγότερο κύρος από εκείνα που υποτίθεται πως διαθέτουν τις εν λόγω ιδιότητες σε πιο ολοκληρωμένο βαθμό. Ο Αριστοτέλης ισχυριζόταν πως αυτό που θεωρούσε ως την ύψιστη μορφή ανθρώπινης ακμής –τη διανοητική ενατένιση του σύμπαντος– μπορεί να επιτευχθεί μόνο από Έλληνες άνδρες κατόχους έγγειας ιδιοκτησίας.

Ο στόχος της Τσάλεντζερ, ωστόσο, δεν είναι τόσο οι ιεραρχικές συνέπειες του δυϊσμού νους-σώμα όσο ο ίδιος ο δυϊσμός. Στη διανθρωπιστική σκέψη, αυτό που καθιστά τους ανθρώπους μοναδικούς σε σχέση με τα ζώα είναι η νόηση: ο φυσικός οργανισμός εντός του οποίου είναι τοποθετημένη στερείται σημασίας πέραν του ότι αποτελεί πηγή αδυναμίας. Για κάποιους διανθρωπιστές αυτό σημαίνει ότι πρέπει να βελτιώσουμε το ανθρώπινο σώμα προκειμένου να γίνει καλύτερος φορέας του νου· για άλλους, σημαίνει απαλλαγή του νου από τους περιορισμούς του βιολογικού οργανισμού. Όπως και να ’χει, ανθρώπινος στην ουσία σημαίνει νοητικός. Η ανθρώπινη ενσάρκωση είναι ένα ατύχημα, και πρόοδος σημαίνει να μειώσουμε τη σημασία που έχει το σώμα για τη ζωή.

Αντικρούοντας αυτή την άποψη, η Τσάλεντζερ ισχυρίζεται πως οι άνθρωποι είναι θεμελιωδώς ένσαρκα όντα. Εάν ο ανθρώπινος νους διαχωριστεί από το βιολογικό του σώμα και εγκατασταθεί σε ένα κυβόργιο ή προβληθεί στον κυβερνοχώρο, η οντότητα που θα προκύψει δεν θα είναι το ίδιο ή οποιοδήποτε άλλο ανθρώπινο ον. Θα μοιάζει περισσότερο με άγγελο. Σ’ ένα πνευματώδες και προκλητικό κεφάλαιο με τίτλο «Οι σύγχρονοι αγγελολόγοι», η Τσάλεντζερ διατείνεται πως οι διανθρωπιστικές θεωρήσεις περί ασώματου νου αναπαράγουν μεσαιωνικές θεολογικές αντιλήψεις:

Οι άγγελοι έχουν κάτι ακαταμάχητο να πουν για τη ζωική ζωή. Εάν ασώματες οντότητες όπως οι άγγελοι βρίσκονται πάνω απ’ τους ανθρώπους στην κατάταξη των όντων, τότε η διάνοια δεν χρειάζεται το σώμα. Η εξέλιξη σε μια ανώτερη κατάσταση έγκειται στην εγκατάλειψη της σάρκας.

Σήμερα διαθέτουμε τους δικούς μας σύγχρονους αγγελολόγους. Ο ρομποτιστής Χανς Μόραβεκ βλέπει στο μέλλον οι «πρώην» (exes) –συντομογραφία του πρώην άνθρωποι (ex-humans)– να κατοικούν σ’ έναν μεταβιολογικό κόσμο. Η «φυσική δραστηριότητα», μας λέει ο Μόραβεκ, «θα μεταμορφωθεί σταδιακά σ’ ένα δίκτυο ολοένα και πιο καθαρής σκέψης, όπου και η παραμικρή διάδραση θα αντιστοιχεί ουσιαστικά σε έναν υπολογισμό». Τέτοιου είδους αρνητές της σάρκας βρίσκονται παντού σήμερα. Για έναν φουτουριστή όπως ο Τζούλιο Πρίσκο, η μεγάλη εσχατιά του διαστήματος «δεν θα αποικηθεί από μαλθακούς, εύθραυστους και ολιγόζωους ανθρώπους με σάρκα και οστά. […] Είναι στο χέρι των μεταβιολογικών νοητικών παιδιών μας να το κάνουν πράξη». Η φώτισή μας, ισχυρίζονται οι συγκεκριμένοι στοχαστές, έγκειται στην απελευθέρωσή μας από τα ζωικά μας σώματα.

Το ότι η επόμενη φάση της ανθρώπινης εξέλιξης περιλαμβάνει την απελευθέρωση από τη σάρκα δεν αποτελεί καινούργια ιδέα για τους διανθρωπιστές. Παρότι η Τσάλεντζερ δεν τον αναφέρει, ο Ιρλανδός κρυσταλλογράφος και φιλόσοφος της επιστήμης Τζ.Ντ. Μπερνάλ προέβη σε μια παρόμοια περιγραφή του μεταβιολογικού μέλλοντος. Στο Ο κόσμος, η σάρκα και ο διάβολος. Μια έρευνα για τη μελλοντική εξέλιξη των τριών εχθρών του λογικού όντος (1929)[4], ο Μπερνάλ έγραψε πως όσο οι άνθρωποι εξελίσσονται θα πάψουν να είναι διακριτοί οργανισμοί και θα «αιθεροποιηθούν πλήρως» μετατρεπόμενοι σε ακτίνες φωτός. Πιο πρόσφατα, ένα παρόμοιο μέλλον περιέγραψε ο Ρέι Κούρτσβαϊλ στο The Singularity Is Near: When Humans Transcend Biology (2005), όπου αναφέρεται στην αντιστροφή της γήρανσης, την αλληλεπίδραση του εγκεφάλου με τους υπολογιστές, καθώς και σε άλλες τεχνολογικές βελτιώσεις του ανθρώπινου οργανισμού.

Το επιχείρημα της Τσάλεντζερ κατά κύριο λόγο δείχνει πώς ο νους μας συνδέεται αναπόσπαστα όχι μόνο με τον εγκέφαλό μας αλλά και με το υπόλοιπο σώμα μας, το νευρικό μας σύστημα και τα εσωτερικά μας όργανα. Αναφέρεται στο έργο του Πορτογαλοαμερικανού νευροεπιστήμονα Αντόνιο Νταμάζιο που αποδεικνύει ότι «ο ανθρώπινος νους εδράζεται στα “σωματικά, πρωταρχικά και τροποποιημένα, συναισθήματα”». Φιλόσοφοι όπως ο Ρενέ Ντεκάρτ θεωρούσαν ότι ο νους διακρίνεται απολύτως από το σώμα. Άλλοι, όπως ο Μπαρούχ Σπινόζα, ο οποίος άσκησε μεγάλη επιρροή στον Νταμάζιο, διατείνονταν πως νους και σώμα δεν έχουν διαφορετική υπόσταση αλλά είναι πλευρές του ίδιου πράγματος. Σύμφωνα με αυτή την άποψη, ο ανθρώπινος νους δεν είναι απλώς όργανο της έλλογης συνείδησης το οποίο μπορεί να αποσπαστεί από την οργανική του βάση. Αποτελεί τον τόπο του συναισθήματος, συνειδητού και ασυνείδητου, που απορρέει άμεσα από μια σωματική πηγή.

Εάν ο νους μας συνδέεται με το σώμα μας κατ’ αυτόν τον τρόπο, η «υπέρβαση της βιολογίας» μπορεί να συνεπάγεται την απώλεια της πλειονότητας των χαρακτηριστικών που μας κάνουν ανθρώπους. Διεργασίες προσυνειδητής σκέψης που αποτελούν τη βάση για πολλά είδη ανθρώπινης δημιουργικότητας ίσως παραγκωνιστούν μαζί με το σώμα. Μορφές καλλιτεχνικής δημιουργίας όπως ο χορός και η μουσική εξαρτώνται από τις σωματικές αισθήσεις. Δεν είναι ξεκάθαρο με ποιον τρόπο αυτά τα είδη αυτοέκφρασης θα μπορούσαν να διατηρηθούν ή να αναπαραχθούν στα διανθρωπιστικά σχέδια αποσύνδεσης του νου από το σώμα. Τα αισθήματα που μας συνδέουν με τα άλλα ζωντανά πλάσματα, συμπεριλαμβανομένων και των άλλων ανθρώπων, ενδέχεται επίσης να χαθούν. Η ενσυναίσθηση δεν είναι ένα από τα ανθρώπινα χαρακτηριστικά τα οποία συνήθως εμφανίζονται στον κατάλογο των ιδιοτήτων που οι διανθρωπιστές σκοπεύουν να αναβαθμίσουν ή να διατηρήσουν. Είναι δύσκολο να μην καταλήξουμε στο συμπέρασμα πως εάν κάτι επιβίωνε μετά τον εκτοπισμό του νου από τον βιολογικό οργανισμό, δεν θα επρόκειτο περί ανθρώπινου όντος. Αντί για έναν «άνθρωπο που παραμένει άνθρωπος», όπως αξίωνε ο Χάξλεϋ, ένα μεταανθρώπινο είδος θ’ αποκτούσε υπόσταση.

Η Τσάλεντζερ ασκεί έντονη κριτική στη βαθιά ριζωμένη ιδέα μας σύμφωνα με την οποία δεν είμαστε εξολοκλήρου ζωικοί. Το επιχείρημά της εγείρει δύο μεγάλα ερωτήματα. Το πρώτο είναι πώς αυτή η αντίληψη ρίζωσε τόσο βαθιά. Το δεύτερο είναι τι μπορεί να γίνει, αν μπορεί να γίνει κάτι, ώστε να απελευθερωθούμε από αυτήν.

Σε μια ενδιαφέρουσα υποενότητα, εξετάζει την πιθανότητα ο δυϊσμός νους-ψυχή να είναι μια άμυνα εναντία στην επίγνωση της θνητότητας. Ο Αμερικανός πολιτισμικός ανθρωπολόγος Έρνεστ Μπέκερ πίστευε πως το ανθρώπινο είδος είναι παγιδευμένο σ’ ένα «υλικό, σάρκινο περίβλημα που από πολλές απόψεις είναι ξένο – την πιο παράξενη και αποκρουστική μορφή ζωής που πονά, ματώνει, και η οποία κάποτε θα φθαρεί και θα πεθάνει». Για τον Μπέκερ, που βασίζεται στον Φρόυντ και σε μεταγενέστερους θεωρητικούς της ψυχανάλυσης όπως ο Ρόλλο Μέυ, είναι η άρνηση του θανάτου η οποία τρέφει τις περισσότερες θρησκείες και μεγάλο μέρος του ανθρώπινου πολιτισμού.

Η διανθρωπιστική σκέψη εκφράζει την ίδια παρόρμηση. Ο Κούρτσβαϊλ έχει πει: «ο θάνατος είναι μια μεγάλη τραγωδία […], μια τεράστια απώλεια […], δεν τον αποδέχομαι». Το ενδιαφέρον του για τον διανθρωπισμό πήγαζε από την επιθυμία του να μετενσαρκώσει τον νεκρό πατέρα του στη μορφή ενός εικονικού αντιγράφου με το οποίο θα μπορούσε να συνομιλήσει. Η προσπάθεια να αποκατασταθεί η επικοινωνία με τους νεκρούς είναι μία απ’ τις πολλές ομοιότητες που παρουσιάζει ο διανθρωπισμός με τον πνευματισμό καθώς και με την παραψυχολογία του δέκατου ένατου και των αρχών του εικοστού αιώνα, που επίσης επιθυμούσαν να διαψεύσουν την πραγματικότητα της θνητότητας.

Η άρνηση της θνητότητας τρέφει τη θρησκεία, η οποία με τη σειρά της έχει εκθρέψει τον δυϊσμό. Όμως, αν ο φόβος του θανάτου αποτελεί την πρωταρχική πηγή της διχοτομίας ανάμεσα στον νου και το σώμα, δεν είναι εύκολο να αποφανθούμε με ποιον τρόπο οι άνθρωποι μπορούν πλήρως να αποδεχθούν την ιδέα ότι είναι ζώα. Πολλοί που υιοθετούν μια υποτιθέμενα υλιστική κοσμοθεωρία συνεχίζουν να διατείνονται πως η θνητότητα με κάποιο τρόπο μπορεί να ξεπεραστεί. Ίσως να μην γεννιόμαστε με αθάνατη ψυχή, ισχυρίζονται οι διανθρωπιστές, αλλά μπορούμε να δημιουργήσουμε ένα τεχνολογικό υποκατάστατό της. Ο Κούρτσβαϊλ και άλλοι έχουν προτείνει πως ο θάνατος δύναται να αποφευχθεί αν φορτώσουμε τα περιεχόμενα του εγκεφάλου στον κυβερνοχώρο. Εγείρονται ωστόσο ερωτήματα όσον αφορά την οντότητα που θα δημιουργηθεί με αυτόν τον τρόπο. Θα είναι η συνέχεια του ανθρώπινου όντος που κάποτε υπήρξε ή απλώς ένα αντίγραφο; Θα αισθάνεται με τον τρόπο που αισθανόταν ο προκάτοχός του;

Υπάρχει επίσης το ζήτημα του εάν αυτός ο εικονικός νους θα μπορούσε όντως να αποφύγει τον θάνατο. Ο κυβερνοχώρος είναι μια προβολή προερχόμενη από μια υλική υποδομή, η οποία είναι ευάλωτη στη βλάβη και την καταστροφή εξαιτίας μιας ενδεχόμενης οικονομικής κατάρρευσης, ενός πολέμου, της τρομοκρατίας ή μιας επανάστασης. Η κλιματική αλλαγή ή άλλες περιβαλλοντικές καταστροφές θα μπορούσαν να καταστήσουν την εν λόγω υποδομή ανενεργή. Όταν αυτή θα τεθεί εκτός λειτουργίας, κάθε εικονικός νους που έχει δημιουργήσει θα εξαλειφθεί. Η ιδέα πως ο θάνατος μπορεί να καταργηθεί με τη χρήση της τεχνολογίας προκειμένου να υπερβούμε τη βιολογία αποτελεί φαντασίωση. Η επιθυμία ωστόσο να υπερνικήσουμε τη θνητότητα είναι μια διαρκής παρόρμηση του ανθρώπου.

Η αίσθηση ότι διαφέρουμε από τα άλλα έμβια όντα ίσως δεν είναι τίποτε άλλο παρά μια αθεράπευτη ανθρώπινη ψευδαίσθηση. Η βασική αρχή αυτής της ψευδαίσθησης, υποθέτει η Τσάλεντζερ, ενδεχομένως έγκειται στην εμπειρία της αυτοσυνειδησίας:

Όταν συγκεντρωνόμαστε, απορροφόμαστε σε τέτοιο βαθμό από τις σκέψεις μας ώστε μπορούμε στιγμιαία να ξεχάσουμε ότι έχουμε σώμα. Τότε κάτι μας επαναφέρει. Μια λιγούρα. Ένας θόρυβος. Και αυτή η εκτεταμένη, αιωρούμενη προβολή της σκέψης κυλάει ξανά προς την κατεύθυνση του σώματος ώσπου να έχουμε πάλι πλήρη επίγνωση του σώματός μας και του δωματίου. Αυτό είναι γοητευτικό και συνάμα παράξενο. Η διαίσθησή μας μας λέει πως στην πραγματικότητα δεν είμαστε το φτιαγμένο από μυς και οστά πλάσμα που μας κοιτάζει απ’ τον καθρέφτη. Είμαστε το ενσυνείδητο ον που υπάρχει μέσα στο κεφάλι μας. Μ’ αυτόν τον τρόπο, δεν χρειάζεται να πιστεύουμε στον δυϊσμό για να υποκύπτουμε στην ψευδαίσθηση που δημιουργεί. Είμαστε παγιδευμένοι σε μια αίσθηση που προκύπτει από την προσωπική μας εμπειρία.

Η συνέπεια αυτής της προσέγγισης είναι παράδοξη: η ροπή που έχει ο άνθρωπος προς την ψευδαίσθηση αυξάνεται μαζί με την αυτοσυνειδησία. Η τροποποίηση των πεποιθήσεών μας ίσως δεν μας απαλλάξει από την αίσθηση ότι είμαστε νοητικά όντα που τυχαία τοποθετηθήκαμε εντός φυσικών σωμάτων. Ενδεχομένως, όση περισσότερη αυτοσυνειδησία αποκτάμε τόσο περισσότερο έχουμε την τάση να θεωρούμε ότι διαφέρουμε ουσιωδώς από τα άλλα ζώα.

Η εξελικτική βιολογία, ωστόσο, έχει δείξει πως οι διαφορές στην αυτοσυνειδησία είναι ζήτημα βαθμού. Αυτό που μας διαφοροποιεί περισσότερο από τα άλλα ζώα είναι ίσως η ικανότητά μας και η ανάγκη μας να τρέφουμε ψευδαισθήσεις. Με τη μία ή την άλλη μορφή, η εντύπωση ότι είμαστε νους χωριστός από το σώμα μας πιθανόν είναι σύμφυτη με το γεγονός πως είμαστε άνθρωποι. Παρόλο που οι ανιμιστικές κουλτούρες δεν περιορίζουν την προοπτική της μεταθανάτιας ύπαρξης στους ανθρώπους, περιλαμβάνουν δοξασίες οι οποίες ισχυρίζονται πως κάτι απ’ το ανθρώπινο ζώο συνεχίζει να υπάρχει μετά τον σωματικό θάνατο. Πολλοί άνθρωποι του σύγχρονου εκκοσμικευμένου πολιτισμού εξακολουθούν να διακατέχονται από ένα παρόμοιο προαίσθημα όταν βιώνουν κάποιο πένθος.

Ίσως δεν διαφέρουμε τόσο πολύ απ’ τους ανιμιστές όσο αρεσκόμαστε να πιστεύουμε. Η επιστημονική έρευνα ενδεχομένως δείχνει πως ο νους μας είναι μέρος του σώματός μας. Το ίδιο και η καθημερινή ζωή. Η απώλεια των νοητικών λειτουργιών που συμβαίνει ως αποτέλεσμα εγκεφαλικής βλάβης, άνοιας ή γηρατειών είναι κοινή ανθρώπινη εμπειρία. Ωστόσο, δεν μπορούμε να απαλλαγούμε τελείως από την αίσθηση πως δεν είμαστε εξολοκλήρου βιολογικά όντα. Η γνώση μας έρχεται σε αντιπαράθεση με την αυτοκατανόησή μας.

Το συμπέρασμα του επιχειρήματος της Τσάλεντζερ, λοιπόν, δείχνει να είναι ότι δεν μπορούμε να ζούμε όπως τα άλλα ζώα. Απ’ όσο γνωρίζουμε, τα συγγενή μας ζώα δεν φαντάζονται πως μπορούν να διαχωριστούν από τα εύθραυστα και θνητά τους σώματα. Οι άνθρωποι, από την άλλη πλευρά, μοιάζουν να ελκύονται από μια αυτοεικόνα που πολλοί γνωρίζουν ότι είναι λανθασμένη.

ΤΖΟΝ ΓΚΡΕΪ

ΜΕΤΑΦΡΑΣΗ: ΘΟΔΩΡΗΣ ΣΤΑΜΑΤΗΣ


Το παρόν κείμενο αποτελεί μετάφραση του άρθρου «The Mind’s Body Problem», περ. New York Review of Books, Δεκέμβριος 2021. Ηλεκτρονική δημοσίευση: https://www.nybooks.com/articles/2021/12/02/the-minds-body-problem/ (προσπελάστηκε στις 8.12.2021).

[1] Melanie Challenger, How to Be Animal. A New History of What It Means to Be Human, Penguin 2021.

[2] Julian Huxley, New Bottles for New Wine, Harper and Brothers, 1957, σ. 17. «Άνθρωπος του Πεκίνου» είναι ένα υποείδος του homo erectus λείψανα του οποίου βρέθηκαν στην Κίνα και ο οποίος θεωρείται ότι έζησε πριν από περίπου μισό εκατομμύριο χρόνια.

[3] Aldus Huxley, Θαυμαστός καινούργιος κόσμος, μτφρ. Ανδρέας Αποστολίδης, Μέδουσα, Αθήνα 2001.

[4] Τζον Ντέσμοντ Μπερνάλ, Ο κόσμος, η σάρκα και ο διάβολος. Μια έρευνα για τη μελλοντική εξέλιξη των τριών εχθρών του λογικού όντος, μτφρ. Στράτος Κακαδέλλης, Parsec, Αθήνα 2002.