Γελώ, άρα υπάρχω

Στη μεταπολεμική Ευρώπη ο στοχασμός γύρω από το γέλιο και την κωμωδία ευτύχησε να έχει δύο κορυφώσεις: το βιβλίο του Μιχαήλ Μπαχτίν Ο Ραμπελαί και ο κόσμος του, που μεταφράστηκε κι έγινε γνωστό στη Δύση στα τέλη της δεκαετίας του 1960, και το μυθιστόρημα του Ουμπέρτο Έκο Το όνομα του ρόδου, που εκδόθηκε το 1980. Στο βιβλίο του Μπαχτίν αναλύεται η διάσημη καρναβαλική θεωρία του, ενώ το μυθιστόρημα του Έκο περιστρέφεται γύρω από το χαμένο έργο του Αριστοτέλη για την κωμωδία. Με τα βιβλία του Μπαχτίν και του Έκο αποκαλύφθηκε ένας χαμένος κόσμος, αναδύθηκε, μπορούμε να πούμε, μια βυθισμένη Ατλαντίδα: ο πολύχρωμος κόσμος της λαϊκής γιορτής, του καρναβαλιού, της διακωμώδησης των πάντων, ο οποίος άκμασε κατά τον Μεσαίωνα και την Αναγέννηση, παρά τον αυταρχισμό και την καταπίεση εκείνων των εποχών.

Από την έκδοση αυτών των βιβλίων και τη συζήτηση που προκάλεσαν κύλησε πολύ νερό στο αυλάκι – μεταβλήθηκε άρδην, άλλωστε, εν τω μεταξύ και το κοινωνικό κλίμα: σήμερα ο κόσμος μας είναι σοβαρότερος και πιο αγέλαστος. Η πολιτική ορθότητα πνίγει την κωμωδία κι ένας νέος διωγμός απειλεί τους κωμικούς. Αλλά η απόπειρα να καταπνιγεί το γέλιο θ’ αποδειχτεί μάταιη. Αν τα βιβλία του Μπαχτίν και του Έκο μάς διδάσκουν κάτι, αυτό είναι ακριβώς πως κάθε προσπάθεια εξάλειψης του χιούμορ είναι καταδικασμένη ν’ αποτύχει. Και αυτή την αρχαία αλήθεια έρχεται να μας τη θυμίσει ένα νέο βιβλίο, που στηρίζεται στις παλαιότερες θεωρίες για το γέλιο και την κωμωδία. Πρόκειται για το ωραίο βιβλίο του Τέρρυ Ήγκλετον Χιούμορ, το οποίο εκδόθηκε το 2019 από το Yale University Press και κυκλοφόρησε τώρα στα ελληνικά, σε πολύ καλή μετάφραση του Γιώργου Μπαρουξή, από τις εκδόσεις Πεδίο.

Στο Χιούμορ ο βετεράνος θεωρητικός της λογοτεχνίας ασχολείται εκτενώς με όλες τις εκφάνσεις του φαινομένου: με το χοντροκομμένο γέλιο των λαϊκών τάξεων και με το υπαινικτικό πνεύμα των εκλεπτυσμένων λογίων, με το καταιγιστικό χιούμορ, που παραλύει το σώμα όπως ο χορός, και με το αχνό χαμόγελο, που συνιστά έκφραση ιδιοφυούς νόησης.

Το γέλιο είναι μια γλώσσα με πολλά διαφορετικά ιδιώματα: κακάρισμα, καγχασμός, χαχανητό, στριγκλιά, μουγκρητό, ουρλιαχτό, κρυφόγελο, αγκομαχητό, ξεφωνητό, γκάρισμα, γάβγισμα, πνιχτό γέλιο, βρυχηθμός, τιτίβισμα, χάχανο, ξεκάρδισμα, ξεφύσημα, γελάκι, και ούτω καθεξής. Μπορεί να έρθει σαν έκρηξη, σαν ξέσπασμα, σαν κύμα, σαν χείμαρρος, σαν σάλπισμα, να είναι συνεσταλμένο, ασυγκράτητο ή διαπεραστικό. Υπάρχουν, επίσης, διαφορετικά χαμόγελα: φωτεινά, σαρκαστικά, χλευαστικά, πλατιά, πονηρά και ανόητα. […] Το χαχανητό, ο καγχασμός και ούτω καθεξής υποδηλώνουν διαφορετικές εκδοχές γέλιου, αφού χαρακτηρίζονται από παραμέτρους όπως η ηχητική ένταση, ο τόνος, η χροιά, ο ρυθμός, η δύναμη και η διάρκεια. Όμως το γέλιο μπορεί επίσης να εκφράζει μια σειρά από συναισθηματικές τάσεις: μπορεί να είναι χαρούμενο, σαρκαστικό, πονηρό, τραχύ, εγκάρδιο, κακό, περιφρονητικό, αδιάφορο, νευρικό, ανακουφισμένο, κυνικό, γεμάτο νόημα, αυτάρεσκο, λάγνο, κατάπληκτο, αμήχανο, υστερικό, γεμάτο κατανόηση, ανήσυχο, σοκαρισμένο, επιθετικό ή σαρδόνιο, για να μη μιλήσουμε για το καθαρά «κοινωνικό» γέλιο, το οποίο ίσως να μην εκφράζει καμία ευχαρίστηση.[1]

Το βιβλίο του Ήγκλετον αποτελείται από πέντε κεφάλαια. Στο πρώτο κεφάλαιο, που έχει τον τίτλο «Περί γέλιου», ο συγγραφέας ασχολείται με την ανθρωπολογική, θα μπορούσαμε να πούμε, πλευρά του γέλιου. Αναλύει τη σωματικότητα του γέλιου, τη γελαστική κουλτούρα, τη σχέση του γέλιου με τη λύπη και άλλα παρόμοια ζητήματα. Στο δεύτερο κεφάλαιο, που τιτλοφορείται «Περίγελος και χλεύη», ο συγγραφέας εξετάζει τη χλευαστική και εξευτελιστική λειτουργία του χιούμορ, τη χρήση του ως εργαλείου γελοιοποίησης και υποβιβασμού. Αναφέρεται στη θεωρία της ανωτερότητας, δηλαδή τη θεωρία σύμφωνα με την οποία το γέλιο εις βάρος κάποιου μάς κάνει να αισθανόμαστε ανώτεροί του. Στο τρίτο κεφάλαιο, στις «Ασυνάφειες», ο Ήγκλετον μελετά τη θεωρία της ασυνάφειας, η οποία παραμένει, κατά τη γνώμη του, η πιο πειστική ερμηνεία του φαινομένου του γέλιου. Σύμφωνα με τη θεωρία της ασυνάφειας, το γέλιο προκαλείται από τη συνύπαρξη πραγμάτων αταίριαστων και άσχετων μεταξύ τους· η ξαφνική αλλαγή της οπτικής μπορεί να οδηγήσει στη διάλυση του νοήματος και στην εμφάνιση των πιο αστείων καταστάσεων. Το τέταρτο κεφάλαιο τιτλοφορείται «Χιούμορ και ιστορία», και έχει ως θέμα του τη διαρκή προσπάθεια των ανώτερων τάξεων, καθ’ όλη τη διάρκεια της ιστορίας, να τιθασεύσουν το εγγενώς αναρχικό γελαστικό στοιχείο που χαρακτηρίζει όσους βρίσκονται χαμηλότερα στην κοινωνική ιεραρχία. Τέλος, στο πέμπτο και σημαντικότερο κεφάλαιο, στην «Πολιτική του χιούμορ», ο συγγραφέας ασχολείται με το δυσκολότερο ζήτημα, τη σχέση χιούμορ και πολιτικής. Και είναι το δυσκολότερο γιατί το χιούμορ δεν είναι μονοσήμαντο, αλλά αμφίσημο: αφενός διακωμωδεί, σατιρίζει και υποβιβάζει, αφετέρου υμνεί, εκθειάζει και εξυψώνει. Έτσι, είναι ένα δίκοπο εργαλείο που μπορεί να υπονομεύει ριζοσπαστικά το υπάρχον σύστημα, ενώ ταυτόχρονα στην ουσία το στηρίζει.

Το Χιούμορ ανήκει σ’ ένα ενδιαφέρον και απαιτητικό γραμματολογικό είδος, στο είδος του θεωρητικού δοκιμίου. Είναι δοκίμιο και όχι συστηματική ακαδημαϊκή μελέτη, καθώς πραγματεύεται το θέμα του ελεύθερα και πηγαίνοντας μπρος πίσω, χωρίς να ακολουθεί άκαμπτους ερευνητικούς κανόνες και αυστηρές νόρμες όσον αφορά τον τρόπο γραψίματος. Άλλωστε, είναι κάπως συμπιληματικό: αντλεί από διάφορες πηγές, πολλές φορές αλληλοσυγκρουόμενες, χωρίς να αισθάνεται την ανάγκη να τις εναρμονίσει πλήρως ή να εξηγήσει για ποιο λόγο δε συμφωνούν απόλυτα η μία με την άλλη· επιπλέον, δε διστάζει να παραθέσει και ανέκδοτα και αστείες ιστορίες, προσθέτοντας έτσι και μια πρακτική εφαρμογή των θεωριών που εξετάζει. Πρόκειται όμως για δοκίμιο θεωρητικό, με πλήθος αναφορών και παραμπομπών σε απαιτητικά διαβάσματα και σε συνθετικές εργασίες που έχουν γραφτεί κατά καιρούς πάνω στο ζήτημα. Ο αναγνώστης διαβάζει ευχάριστα το βιβλίο χάρη στο δοκιμιακό του ύφος, αλλά θα χρειαστεί κάποιες ελάχιστες γνώσεις όσον αφορά τη σχετική βιβλιογραφία, ώστε να μπορέσει να προσανατολιστεί μέσα στο χάος των θεωριών και των ερευνητικών ιδεών.

Τέσσερις θεωρίες για το γέλιο και το κωμικό μελετά και αναλύει ο Ήγκλετον στο βιβλίο του. Η πρώτη θεωρία με την οποία ασχολείται είναι η θεωρία της απελευθέρωσης, όπως την αναπτύσσει ο Σίγκμουντ Φρόυντ στο βιβλίο του Το ευφυολόγημα και η σχέση του με το ασυνείδητο. Σύμφωνα με τον Φρόυντ,

τα αστεία αντιπροσωπεύουν μια μορφή απελευθέρωσης της ψυχικής ενέργειας την οποία κανονικά επενδύουμε στη διατήρηση ορισμένων κοινωνικά επιβεβλημένων αναστολών. Με τη χαλάρωση αυτής της καταπίεσης από το υπερεγώ, απαλλασσόμαστε από την ασυνείδητη προσπάθεια που απαιτεί και τη διοχετεύουμε στο αστείο και στο γέλιο. […] Σύμφωνα με την εν λόγω άποψη, το αστείο είναι ένα αναιδές χαστούκι στο υπερεγώ.[2]

Πολλά αστεία, σύμφωνα με τη φροϋδική θεωρία, στοχεύουν σε μια συμβολική ταπείνωση και εκθρόνιση του πατέρα. Η βέβηλη πράξη της επίθεσης ενάντια στον πατέρα και ο φόβος της τιμωρίας γι’ αυτήν έχει άμεσες γελαστικές συνέπειες:

Ίσως τα περισσότερα αστεία προδίδουν ένα ανήσυχο πνιχτό γέλιο με την προοπτική της ταπείνωσης του πατέρα. Επειδή φοβόμαστε ότι θα τιμωρηθούμε για αυτή την αυθάδεια, η χαρά μας από την εκθρόνιση του πατριάρχη συνοδεύεται από νευρικά χαχανητά ενοχής, τα οποία μας κάνουν να γελάσουμε ακόμη περισσότερο ως άμυνα ενάντια σε αυτή την ανησυχία. Αν το γέλιο μας είναι νευρικό, τούτο συμβαίνει επειδή φοβόμαστε τις συνέπειες αυτής της παράνομης απόλαυσης στον ίδιο βαθμό που χαιρόμαστε για αυτή. Εξού και ζαρώνουμε ενώ ταυτόχρονα γελάμε. Όμως η ενοχή προσδίδει μια σκαμπρόζικη αίσθηση στην απόλαυση.[3]

Χάρη στα αστεία, το υπερεγώ χαλαρώνει και οι αναστολές αμβλύνονται:

[…] η ευχάριστη μορφή του αστείου καθαυτό (λογοπαίγνια, ανόητες φράσεις, εξωφρενικοί συνειρμοί, και ούτω καθεξής) μπορεί να κάνει το υπερεγώ να χαλαρώσει για μια στιγμή από την επαγρύπνησή του, γεγονός που δίνει στο αναρχικό εκείνο την ευκαιρία να ωθήσει το λογοκριμένο συναίσθημα στο προσκήνιο. [Το αστείο] αμβλύνει τις αναστολές μας, μας μαλακώνει, και με αυτόν τον τρόπο μας κάνει να αποδεχθούμε το σεξουαλικό ή επιθετικό περιεχόμενό του, κάτι που υπό άλλες συνθήκες ίσως να μην ήμασταν διατεθειμένοι να πράξουμε. Το γέλιο, με αυτή την έννοια, συνιστά άρση της καταπίεσης· εντούτοις, διασκεδάζουμε γιατί αναγνωρίζουμε τη δύναμη της αναστολής στην ίδια την πράξη της παραβίασής της, έτσι ώστε […] ένας απόλυτα ενάρετος άνθρωπος να γελά όσο και ένας απόλυτα αχρείος.[4]

Με το χιούμορ βεβηλώνονται και γκρεμίζονται τα υψηλά ιδανικά και οι αξίες. Χάρη σε αυτό γίνεται η απομετουσίωση:

Σε μεγάλο βαθμό, το χιούμορ εμπεριέχει αυτό που ο Φρόιντ χαρακτηρίζει ως «απομετουσίωση». Η ενέργεια που επενδύουμε σε κάποιο υψηλό ιδανικό ή σε ένα εξυψωμένο alter ego απελευθερώνεται ως γέλιο, όταν διαποτιστεί με πλήρη αγένεια. Αφού η συντήρηση τέτοιων ιδανικών απαιτεί ένα είδος ψυχολογικής καταπόνησης, το να απαλλαγούμε από αυτή τη διαδικασία ενδεχομένως να μας περοσφέρει μια αίσθηση ικανοποίησης.[5]

Με το χιούμορ και το γέλιο απελευθερωνόμαστε εντέλει από το ζυγό της αρχής της πραγματικότητας και οπισθοδρομούμε σε μια παιδική ελευθερία:

Αποτινάσσοντας την τυραννία εκείνου που ο Φρόιντ ονομάζει «αρχή της πραγματικότητας», όπως βλέπουμε ότι κάνουν τα αστεία, αντλούμε μια παιδαριώδη ικανοποίηση καθώς οπισθοδρομούμε σε μια κατάσταση που προηγείται των διαφοροποιήσεων και των περιορισμών της συμβολικής τάξης που μας επιβάλλονται ζηλόφθονα, και είμαστε σε θέση να αψηφήσουμε τη λογική, τη συνάφεια και τη γραμμικότητα.[6]

Η δεύτερη θεωρία την οποία εξετάζει ο Ήγκλετον είναι η θεωρία της ανωτερότητας. Σύμφωνα με αυτήν, «το χιούμορ πηγάζει από μια ικανοποιητική αίσθηση του πόσο αδύναμοι, ανόητοι ή παράλογοι είναι οι άνθρωποι».[7] Η θεωρία της ανωτερότητας αποδίδει το χιούμορ και το κωμικό σε μια κάθε άλλο παρά ενάρετη τάση, στην τάση να χαιρόμαστε με τα κακά που συμβαίνουν στους άλλους.

Σύμφωνα με αυτή την κυνική άποψη, κύρια πηγή του χιούμορ είναι η χαρά για τις συμφορές των άλλων, αυτό που οι Γερμανοί ονομάζουν «Schadenfreude», η χαιρεκακία. Χλευάζουμε τις ψευδαισθήσεις, τις αυταπάτες, τη διογκωμένη υπεροψία, την απροκάλυπτη λαγνεία, τον ακόρεστο εγωισμό και τις φθηνές εκλογικεύσεις, όπως γελάμε και με τον αδέξιο, τον άγαρμπο και τον ανόητο. Με αυτό τον τρόπο, το εγώ μπορεί να απολαύσει την ψευδαίσθηση ότι το ίδιο είναι απρόσβλητο. Μπορεί, επίσης, να εκτονώσει την ένταση ευτελίζοντας τη σωματική ή ηθική παραμόρφωση που του προκαλεί άγχος, υποβιβάζοντας σατιρικά ό,τι το ενοχλεί, υποβαθμίζοντας το τρομακτικό ή το επώδυνο.[8]

Αναζητώντας την πηγή της θεωρίας της ανωτερότητας, ο Ήγκλετον την εντοπίζει στον Χομπς:

Ο κλασικός τόπος (locus classicus) της θεωρίας της ανωτερότητας εντοπίζεται στο φημισμένο σχόλιο του Τόμας Χομπς στον Λεβιάθαν, ότι δηλαδή «η ξαφνική χαρά του κομπασμού κάποιου είναι το πάθος που παράγει εκείνες τις γκριμάτσες που ονομάζονται γέλιο, και προκαλείται είτε από κάποια δική του ξαφνική πράξη που τον ευχαριστεί είτε από την αντίληψη μιας παραμόρφωσης κάποιου άλλου, σε σύγκριση με την οποία ξαφνικά αυτοχειροκροτείται». Γελάμε επειδή αντιλαμβανόμαστε κάποια «υπεροχή» του εαυτού μας που αντιδιαστέλλεται είτε από την αδυναμία των άλλων είτε από κάποια δική μας προηγούμενη αποτυχία.[9]

Ο Ήγκλετον απορρίπτει κατηγορηματικά τη θεωρία της ανωτερότητας ως ερμηνευτική αρχή για το φαινόμενο του γέλιου και του χιούμορ:

Η θεωρία της ανωτερότητας, ως ερμηνεία του χιούμορ στο σύνολό του, είναι παντελώς αβάσιμη, μολονότι έχει βρει κάποιους πρόσφατους υποστηρικτές. Πράγματι, δεν είναι μόνο αστήρικτη, αλλά στην ουσία μάλλον αστεία. Υπάρχει κάτι το διασκεδαστικά στρεβλό στην επιμονή πως ό,τι φαίνεται εκ πρώτης όψεως ως ευθυμία, εκδήλωση συντροφικότητας ή αθώα διασκέδαση έχει πάντα και παντού ως κίνητρο μια μοχθηρή παρόρμηση να υποβιβάσουμε τους άλλους.[10]

Το γέλιο εις βάρος κάποιου, ο αστεϊσμός με τα ελαττώματά του, σωματικά ή συμπεριφορικά, δεν έχει σκοπό μόνο να τον υποβιβάσει και να τον γελοιοποιήσει, αλλά είναι ταυτόχρονα ένας τρόπος για να σφυρηλατηθούν δεσμοί οικειότητας και να έρθουμε ο ένας κοντά στον άλλο:

Η θεωρία της ανωτερότητας δεν επιτυγχάνει να ερμηνεύσει το γεγονός ότι, όπως και με τις τελετουργικές «αστειακές» σχέσεις σε ορισμένες φυλετικές κοινωνίες, οι προσβολές μπορεί να συνιστούν μορφή φιλίες. Φανερώνουν την ανθεκτικότητα ενός ανθρώπινου δεσμού κατάλληλου να υπομείνει τέτοια βέλη. Επίσης, η εν λόγω θεωρία παραβλέπει τη διαφορά ανάμεσα στο να γελάς με τα αστεία κάποιου και στο να γελάς με τον ίδιο. […] Γελάμε με τα αστεία εν μέρει επειδή μας αρέσει να έχουμε μια ευχάριστη επικοινωνία, έστω και αν τα ίδια τα αστεία τυγχάνει να είναι προσβλητικά.[11]

Η τρίτη θεωρία που μελετά ο Ήγκλετον είναι η θεωρία της ασυνάφειας, «η οποία παραμένει η πιο πειστική εξήγηση του γιατί γελάμε».

Σύμφωνα με αυτή, το χιούμορ πηγάζει από τη σύγκρουση ασυναφών πλευρών – μια αιφνίδια αλλαγή προοπτικής, μια απρόσμενη κατάρρευση του νοήματος, μια αξιοπρόσεκτη δυσαρμονία ή αντίφαση, μια στιγμιαία ανοικείωση του οικείου, και ούτω καθεξής.[12]

Με το χιούμορ απελευθερωνόμαστε από την ανάγκη της πειθάρχησης σε αυστηρές νόρμες όσον αφορά τη συλλογιστική και την επιχειρηματολογία. Απαλλασσόμαστε από την υποχρέωση ν’ ακολουθούμε τους κανόνες της λογικής:

Σημειώνεται μια μετατόπιση από την αυστηρότητα της γνωστικής λειτουργίας σε μια κατάσταση κατά την οποία μπορούμε να απαλλαγούμε από τη λογική του αιτίου και του αιτιατού, ή του νόμου της μη αντίφασης, και να απολαύσουμε το γελοίο ή το ασυμβίβαστο αφ’ εαυτού. Δεν περιοριζόμαστε πια από το αξίωμα ότι καθετί είναι ο εαυτός του και όχι κάτι άλλο, και η απελευθέρωση από αυτόν τον περιορισμό μπορεί να πάρει τη μορφή γέλιου.[13]

Το αστείο φέρνει σε επαφή πράγματα άσχετα και αντιφατικά, όψεις της πραγματικότητας που υπό κανονικές συνθήκες παραμένουν διαχωρισμένες.

Αν το εγώ επενδύει στην ενότητα, την ταυτότητα και το μονοσήμαντο, το εκείνο γοητεύεται από το θραύσμα, το α-νόημα, το μερικό αντικείμενο, την πολλαπλότητα και τη μη ταυτότητα, τα οποία αναγκαστικά από την οπτική του εγώ εμφανίζονται ως ασυναφή ή παράλογα. Και το αστείο προκύπτει όταν το εγώ βυθίζεται για μια στιγμή σε αυτό το αλλόκοτο στοιχείο. Είναι στη φύση της πραγματικότητας να κρατά τη νόηση εστιασμένη απωθώντας άλλες πιθανότητες, και είναι στη φύση του χιούμορ να τους επιτρέπει να πλησιάσουν.[14]

Η τελευταία θεωρία που σχολιάζει ο Ήγκλετον, και στην οποία αποδίδει ιδιαίτερη αξία, είναι η καρναβαλική θεωρία του γέλιου που έχει αναπτύξει ο Μιχαήλ Μπαχτίν. Το καρναβάλι, ως

μια αντικουλτούρα που είναι ταυτόχρονα πραγματική και ιδεώδης, υπαρκτή αλλά προσανατολισμένη προς το μέλλον, αντιπροσωπεύει έναν ουτοπικό χώρο ελευθερίας, κοινότητας, ισότητας και υπεραφθονίας, στον οποίο αναστέλλονται προσωρινά η κοινωνική θέση, οι νόρμες, τα προνόμια και οι απαγορεύσεις. Στη θέση τους εξαπολύεται ένα ελεύθερο, ειλικρινές ιδίωμα των δρόμων και των αγορών, που μειώνει την απόσταση μεταξύ των ανθρώπων και τους απαλλάσσει από τους κανόνες της ευπρέπειας και της εθιμοτυπίας. Οι φραγμοί της κοινωνικής τάξης, του επαγγέλματος, της ιδιοκτησίας και της ηλικίας ανατρέπονται. Η ανοησία καθίσταται μια μορφή εορταστικής σοφίας σε αυτόν τον κόσμο της αφθονίας. […] Το γέλιο αναδεικνύεται σε νέα μορφή επικοινωνίας, η υλική ένδειξη ενός μετασχηματισμένου συνόλου κοινωνικών σχέσεων.[15]

Το καρναβάλι και το καρναβαλικό στοιχείο είναι αμφίθυμα. Έχουν μια διττή λειτουργία: αρνούνται και ταυτόχρονα καταφάσκουν, γκρεμίζουν και ταυτόχρονα οικοδομούν.

[…] ο λόγος του καρναβαλιού είναι δίκοπος. Μπορεί να αναζητά έναν μεταμορφωμένο κόσμο ελευθερίας, αλληλεγγύης και ισότητας, αλλά, προκειμένου να τον κατακτήσει, χλευάζει, διακωμωδεί και παραμορφώνει. Έτσι, η επικριτική και η καταφατική λειτουργία του βρίσκονται σε συμφωνία. Το λαϊκό γλέντι είναι μια βίαια αποδομητική δύναμη που γκρεμίζει ιεραρχίες, διακωμωδεί ιερές αλήθειες, αποδυναμώνει υψηλά δόγματα και αντιστρέφει κατεργάρικα το υψηλό και το χαμηλό, όμως αυτή η διαταρακτική δραστηριότητα αποσκοπεί στη διασκέδαση και τη φιλία. […] Αυτό το μεγάλο όργιο αντικομφορμισμού είναι ζήτημα βίας και συντροφικότητας μαζί, εξύβρισης και επαίνου, συκοφαντίας και εορτασμού. Επιβεβαιώνει και αρνείται, θάβει και ανασταίνει με μία και μοναδική χειρονομία.[16]

Έτσι, το καρναβάλι είναι μια βαθιά αναζωογονητική, αναγεννητική τελετουργία· κατά τη διάρκειά του, κάτι ταπεινώνεται, εκμηδενίζεται, θανατώνεται, και ταυτόχρονα κάτι άλλο εξυψώνεται, αναδημιουργείται, αναγεννάται εκ του μηδενός.

[…] ο καρναβαλικός λόγος εκθειάζει ενώ εξυβρίζει και εξυβρίζει ενώ εκθειάζει. Εξευτελίζει και ταπεινώνει, αλλά ταυτόχρονα αναζωογονεί και αναπληρώνει. Αυτό το γέλιο, ακόμη και στην πιο απρεπή μορφή του, διατηρεί μια αναζωογονητική ιδιότητα. Δεν μεταπίπτει ποτέ […] σε καυστική ειρωνεία ή ψυχρό σαρκασμό.[17]

Στις τελευταίες σελίδες του βιβλίου του, ο Ήγκλετον δείχνει επιπλέον ότι η μπαχτινική θεωρία συγγενεύει με τον πυρήνα του ευαγγελικού μηνύματος και της χριστιανικής θεολογίας. Η ριζική ανατροπή, η εξύψωση των ταπεινών και η κατάπτωση των ισχυρών, είναι ουσιώδες στοιχείο της χριστιανικής κοσμοαντίληψης.

Η εκφοβιστική δύναμη του Νόμου ανατρέπεται, οι πράοι κληρονομούν τη γη, το υπέρτατο γίνεται ανθρώπινη σάρκα και αίμα, οι ιερότερες αλήθειες διατυπώνονται σε απλό ιδίωμα για ψαράδες και αγρότες, και η αδυναμία αποδεικνύεται η μοναδική ανθεκτική μορφή δύναμης.[18]

Το Χιούμορ του Τέρρυ Ήγκλετον είναι ένα βιβλίο εξαιρετικής σπουδαιότητας. Είναι μια ευσύνοπτη εισαγωγή στη φιλοσοφία του γέλιου, που έρχεται να θυμίσει –σήμερα, σε μια εποχή κατά την οποία μαζεύονται σύννεφα αγελαστίας και σοβαρότητας και ο ουρανός της κοινωνικής ζωής σκοτεινιάζει απειλητικά– τη μεγάλη σημασία του γέλιου και της κωμωδίας, τη λυτρωτική και αναγεννητική λειτουργία τους για τον άνθρωπο, για την κοινωνία, για την ιστορία του ανθρώπινου γένους συνολικά.

ΓΙΩΡΓΟΣ ΠΙΝΑΚΟΥΛΑΣ


[1] Terry Eagleton, Χιούμορ, μτφρ. Γιώργος Μπαρουξής, Πεδίο, Αθήνα 2021, σελ. 15-16.

[2] Ό.π., σελ. 27.

[3] Ό.π., σελ. 27-28.

[4] Ό.π., σελ. 29-30.

[5] Ό.π., σελ. 31.

[6] Ό.π., σελ. 36-37.

[7] Ό.π., σελ. 59.

[8] Ό.π., σελ. 60.

[9] Ό.π., σελ. 61.

[10] Ό.π., σελ. 62-63.

[11] Ό.π., σελ. 92.

[12] Ό.π., σελ. 97.

[13] Ό.π., σελ. 110.

[14] Ό.π., σελ. 110-111.

[15] Ό.π., σελ. 209-210.

[16] Ό.π., σελ. 210.

[17] Ό.π., σελ. 211.

[18] Ό.π., σελ. 219.