«Όνειρο στο κύμα»: Ένα μοντερνιστικός μύθος

Το θεσπέσιο «Όνειρο στο κύμα», ένα απ’ τα ωριμότερα και ωραιότερα διηγήματα του Αλέξανδρου Παπαδιαμάντη, δημοσιεύτηκε το 1900 στο περιοδικό Παναθήναια. Ο πρωτοπρόσωπος αφηγητής και ήρωας του διηγήματος φέρει πολλά αυτοβιογραφικά γνωρίσματα του ίδιου του συγγραφέα. Γι’ αυτό, άλλωστε, και το διήγημα κλείνει με τη φράση «Διὰ τὴν ἀντιγραφήν», όπως πολλά αυτοβιογραφικά παπαδιαμαντικά διηγήματα. Η υπόθεση είναι απλή: Ο αφηγητής θυμάται ένα επεισόδιο της νεότητάς του, όταν ήταν ακόμα αγράμματος βοσκός στα βουνά και στις κοιλάδες της Σκιάθου – προτού μορφωθεί και γίνει βοηθός δικηγόρου στην Αθήνα. Κοντά στα μέρη που έβοσκε το κοπάδι του, σ’ έναν ωραίο πύργο, ζούσε o μικρογαιοκτήμονας κυρ Μόσχος με την όμορφη νεαρή ανιψιά του Μοσχούλα. Κάποιο απόγευμα, ο ήρωάς μας έκανε το μπάνιο του στη θάλασσα, έχοντας αφήσει το κοπάδι του λίγο παραπέρα. Όταν όμως βγήκε απ’ το νερό, άκουσε κοντά του έναν παφλασμό. Ήταν η Μοσχούλα που βούτηξε κι αυτή γυμνή στη θάλασσα, χωρίς να γνωρίζει ότι βρισκόταν εκεί ο νεαρός βοσκός. Ο ήρωάς μας εγκλωβίζεται. Δεν μπορεί να επιστρέψει στο κοπάδι του, γιατί θα τον καταλάβει η Μοσχούλα και θα τρομάξει. Καθώς όμως περιμένει κρυμμένος να τελειώσει το μπάνιο της και να φύγει, αρχίζει ξαφνικά να βελάζει η αγαπημένη του μικρή κατσίκα, που την είχε ονομάσει κι αυτή Μοσχούλα. Σπεύδει να της κλείσει το στόμα, αλλά το κακό έχει γίνει. Η κοπέλα τον είδε, τρόμαξε και λιποθύμησε μέσα στο νερό. Ο βοσκός βουτά χωρίς δεύτερη σκέψη και τη σώζει απ’ τον πνιγμό. Από τότε δεν την ξανάδε κι έχασε τα ίχνη της. Άλλωστε, τώρα πια ήταν μια γυναίκα όπως όλες και όχι το απόλυτο αντικείμενο του έρωτά του. Ο ίδιος είναι τώρα εγκατεστημένος στην Αθήνα, δουλεύει σ’ ένα γραφείο και ζει μια μίζερη ζωή.

Η ειδολογική μήτρα του «Ονείρου στο κύμα» είναι το ειδύλλιο. Εμφανίζονται εδώ όλα τα μοτίβα του είδους: η νοσταλγία του αστού αφηγητή για τη γαλήνη και την απλότητα της ζωής των ποιμένων, το εξιδανικευμένο φυσικό τοπίο, ο νεαρός βοσκός που παίζει τη φλογέρα του, ο αγνός έρωτας –έστω κι ανεκπλήρωτος– μέσα στην ανέγγιχτη φύση. Όπως συμβαίνει συνήθως στο ειδύλλιο, συναντούμε λυρικά χωρία υψηλής έντασης· η θέα της γυμνής κοπέλας μέσα στο νερό μοιάζει στον αφηγητή με όνειρο και προκαλεί την έξαρση του ποιητικού πάθους του:

Ἦτον ἀπόλαυσις, ὄνειρον, θαῦμα. Εἶχεν ἀπομακρυνθῆ ὣς πέντε ὀργυιὰς ἀπὸ τὸ ἄντρον, καὶ ἔπλεε, κ᾽ ἔβλεπε τώρα πρὸς ἀνατολάς, στρέφουσα τὰ νῶτα πρὸς τὸ μέρος μου. Ἔβλεπα τὴν ἀμαυρὰν καὶ ὅμως χρυσίζουσαν ἀμυδρῶς κόμην της, τὸν τράχηλόν της τὸν εὔγραμμον, τὰς λευκὰς ὡς γάλα ὠμοπλάτας, τοὺς βραχίονας τοὺς τορνευτούς, ὅλα συγχεόμενα, μελιχρὰ καὶ ὀνειρώδη εἰς τὸ φέγγος τῆς σελήνης. Διέβλεπα τὴν ὀσφύν της τὴν εὐλύγιστον, τὰ ἰσχία της, τὰς κνήμας, τοὺς πόδας της, μεταξὺ σκιᾶς καὶ φωτός, βαπτιζόμενα εἰς τὸ κῦμα. Ἐμάντευα τὸ στέρνον της, τοὺς κόλπους της, γλαφυρούς, προέχοντας, δεχομένους ὅλας τῆς αὔρας τὰς ριπὰς καὶ τῆς θαλάσσης τὸ θεῖον ἄρωμα. Ἦτον πνοή, ἴνδαλμα ἀφάνταστον, ὄνειρον ἐπιπλέον εἰς τὸ κῦμα· ἦτον νηρηίς, νύμφη, σειρήν, πλέουσα, ὡς πλέει ναῦς μαγική, ἡ ναῦς τῶν ὀνείρων…[1]

Το «Όνειρο στο κύμα» όμως δεν είναι ένα απλό ειδύλλιο. Η αθωότητα της φύσης, η αγνότητα των αισθημάτων του νέου και η εξιδανικευμένη απαιδευσία του αντιπαρατίθενται στη δυστυχία του πολιτισμού, στη δολιότητα των ενηλίκων και στα προβλήματα που προκαλεί η μόρφωση. Αυτή η αντιπαράθεση της φύσης με τον πολιτισμό, της άγνοιας με τη γνώση, της παιδικής αθωότητας με την ενήλικη πονηρία, είναι κοινός τόπος του μοντερνισμού. Όπως το έθεσε ο –κατεξοχήν μοντερνιστής– Σίγκμουντ Φρόυντ, ο πολιτισμός συνιστά «πηγή δυστυχίας».

Το έργο του Παπαδιαμάντη εντάσσεται οργανικά στον καλλιτεχνικό μοντερνισμό, και ως εκ τούτου αντιτίθεται στον αστικό πολιτισμό και τον αντιμάχεται. Όπως εξηγεί ο Παναγιώτης Κονδύλης, οι επιθέσεις ενάντια στην αστική σύνθεση, που ξεκινούν στο δεύτερο μισό του 19ου αιώνα και κορυφώνονται στις αρχές του 20ού, είναι δύο ειδών: Στο πρώτο είδος ανήκουν εκείνες οι επιθέσεις που αντιπαραθέτουν στο αστικό ιδεώδες τη λατρεία της σύγχρονης τεχνικής. Αυτές οι επιθέσεις γίνονται κυρίως από τα ρεύματα της πρωτοπορίας. Στο δεύτερο είδος, αντίθετα, ανήκουν οι επιθέσεις που γίνονται ενάντια «σε ό,τι θεωρείται ως καπιταλιστικός χυδαίος υλισμός και ως καταστροφή του γνήσιου και πηγαίου από την ποταπή δύναμη του χρήματος», στα οποία αντιπαρατίθεται «το μυθικό, το άχρονο, το αρχέγονο, το εξωτικό καθώς και η δημιουργικότητα ενός πνεύματος που υπακούει σε νόμους διαφορετικούς από εκείνους του οικονομικού υπολογισμού ή του κοντόθωρου αστικού ηθικισμού». Αυτές οι επιθέσεις γίνονται από τον λογοτεχνικό-καλλιτεχνικό μοντερνισμό. Ο μοντερνισμός «βιώνει και θεωρεί την κρίση του αστικού πολιτισμού και της ανθρωπότητας γενικά, την κατάρρευση των αστικών αξιών και αντιλήψεων περί ευρυθμίας και τάξεως ως κατακρήμνιση στο χάος της αναρχίας και του μηδενισμού· αντίστοιχα ευδοκιμεί στους κύκλους του η λαχτάρα για θαλπωρή στους κόλπους ευρύτερων και αδιάφθορων ενοτήτων, όπως π.χ. της ενότητας του μύθου, της θρησκείας, του εξιδανικευμένου παρελθόντος ή του εξωτικού παρόντος».[2]

Με άλλα λόγια, ο μοντερνισμός αντιμάχεται τον αστισμό κοιτώντας προς έναν άχρονο παράδεισο, προς μια εξωτική και μυθική ουτοπία. Οι μοντερνιστές, όπως δείχνει ο Κονδύλης, δίνουν ιδιαίτερη σημασία σε αυτό το μυθικό στοιχείο. «Ο μύθος, που μετά από σχετικώς μακρά παραμονή στο περιθώριο της ιστορίας των ιδεών τιμάται και πάλι από τον λογοτεχνικό-καλλιτεχνικό μοντερνισμό, αναλαμβάνει τώρα την αποστολή να αντικαταστήσει τις ρηχές επιστημονικές εξηγήσεις της νόησης με καλύτερες και να συναρμόσει ξανά σε οργανική ενότητα το σύμπαν, το οποίο είχε θρυμματισθεί εξ αιτίας της συντριβής των ορθολογικών νομοτελειών και αιτιοτήτων.»[3] Αυτό το αρχέγονο μυθικό στοιχείο μπορεί να παίρνει είτε τη μορφή του δαιμονικού είτε τη μορφή της παραδείσιας αθωότητας: «Ο μύθος του κόσμου ή η ψυχή μπορούσαν βέβαια να εξουσιάζονται από κάτι δαιμονικό ή ζοφερό, εξ ίσου δυνατή ήταν όμως η κυριαρχία του εκ καταγωγής καλού και αδιάφθορου, που εκθειαζόταν σε ουτοπικά, εξωτικά ή ειδυλλιακά σχεδιαγραφήματα.»[4] Στη λογοτεχνία του μοντερνισμού λοιπόν «τον τόνο τον έδινε ό,τι σύμφωνα με τα αστικά κριτήρια ήταν ανορθολογικό, στοιχειακό, πρωτογενές και επομένως αστάθμητο ή και δυνητικά εκρηκτικό και επικίνδυνο· ακόμα κι αν τούτο εδώ κρυσταλλωνόταν σε μορφές που μέσα στη χάρη και στην ιλαρότητά τους φαίνονταν απωλλώνειες, ωστόσο κάτω απ’ αυτό το επίχρισμα ζούσε και μαινόταν το διονυσιακό στοιχείο».[5] Όλα αυτά τα στοιχεία μπορούν να εντοπιστούν στο παπαδιαμαντικό έργο. Είναι, θα ’λεγε κανείς, ειδοποιά γνωρίσματά του.

Ο αρχέγονος μύθος στον οποίο προσφεύγει εδώ ο Παπαδιαμάντης είναι ο μύθος της Πτώσης, της έξωσης των Πρωτοπλάστων από τον Παράδεισο. Ο ήρωας του διηγήματος, ως άλλος Αδάμ, χάνει την φυσική αθωότητα και ελευθερία στην οποία ζούσε όταν ήταν αγράμματος βοσκός στην ύπαιθρο και περιέρχεται σε μια κατάσταση δυστυχίας και δουλείας ως πεπαιδευμένος δικηγόρος στην πόλη. Όλες οι μεταβάσεις που πραγματοποιεί ο ήρωάς μας: από την ύπαιθρο στην πόλη, από την ελευθερία στη δουλεία, από την απαιδευσία στην παιδεία, από την ανέμελη στην πειθαρχημένη ζωή, από την αρμονική συνύπαρξη με τα φυτά και τα ζώα στην προσαρμογή του σ’ ένα απόλυτα τεχνητό περιβάλλον, από άνθρωπος της δράσης γραφιάς, από ιδιοκτήτης κτήμα, είναι μεταβάσεις σε δυσμενέστερες καταστάσεις, μεταπτώσεις από μια παραδείσια ευδαιμονία σε μια επίγεια κόλαση.

Αυτή την ερμηνεία προτείνει, μεταξύ άλλων, εξίσου νόμιμων ερμηνειών, και ο Δημήτρης Τζιόβας στο σπουδαίο μελέτημά του «Ερμηνεύοντας το “Όνειρο στο κύμα”»:

Η ιστορία μπορεί να διαβαστεί ως αλληγορία της έκπτωσης του ανθρώπου από μια αρχική ιδανική κατάσταση ευδαιμονίας (που περιγράφεται με αναφορές στο Άσμα Ασμάτων: ποίημα  ερωτικό και ποιμενικό) σε μια δυστυχισμένη ανώφελη ζωή. […] το διήγημα [μπορεί να ιδωθεί] ως μια εκδήλωση της αντίθεσης φύσης και πολιτισμού. Η φύση αντιπροσωπεύει την εφηβική ηλικία του αφηγητή όταν είναι ωραίος και ευτυχισμένος έφηβος αλλά και «φυσικός άνθρωπος» ενώ ο πολιτισμός ταυτίζεται με την ώριμη ηλικία όταν εργάζεται στο γραφείο ενός δικηγόρου και αισθάνεται δέσμιος και καταπιεσμένος. Η φύση δηλαδή εκφράζει στο διήγημα την φτώχεια και την απαιδευσία αλλά και την ευτυχία μαζί με την ελευθερία και την ομορφιά της εξοχής και του κορμιού. Από την άλλη πλευρά ο πολιτισμός μπορεί να προσφέρει άνεση, ευμάρεια, αστική ζωή και παιδεία αλλά δεν κάνει τον άνθρωπο ευτυχισμένο. […] η αντίθεση ανάμεσα στη φύση και τον πολιτισμό [μπορεί να ιδωθεί] ηθικολογικά, δηλαδή η φύση ως μια εκδήλωση αθωότητας και ο πολιτισμός ως εκδήλωση διαφθοράς.[6]

Ακόμη μεγαλύτερη και δυστυχέστερη μετάπτωση της ζωής του ήρωα είναι η μετάβαση από το όνειρο στην πραγματικότητα. Στο παπαδιαμαντικό έργο επανέρχεται διαρκώς η διαλεκτική μεταξύ ονείρου και πραγματικότητας, ο μετεωρισμός ανάμεσα στην ονειροπόληση και τον ρεαλισμό, το εκκρεμές που ταλαντώνεται από τον ρεμβασμό στην πεζή καθημερινότητα και πάλι πίσω. Εδώ ο ήρωας του διηγήματος περνά από την ονειρική ζωή της νεότητάς του, από τον ρεμβασμό εντός της φύσεως και μέσα στον παράδεισο της ευτυχούς αθωότητας, στη σκληρή πραγματικότητα της μέσης ηλικίας του, στον πεζό ρεαλισμό του τεχνητού αστικού περιβάλλοντος και στην κόλαση της πεπαιδευμένης δυστυχίας. Εξάλλου, η σύγκρουση μεταξύ ονείρου και πραγματικότητας έχει και σαφείς σεξουαλικές συνδηλώσεις:

Το διήγημα αντιπροσωπεύει την καταστολή της επιθυμίας, το στραγγάλισμα μιας εφηβικής φαντασίωσης, την αμφιταλάντευση ανάμεσα στο όνειρο και την πραγματικότητα, στη φυσική ζωή και στην τεχνητή […] Αυτές οι καταστάσεις δεν αντιμάχονται η μία την άλλη αλλά η μία επιβάλλεται και καταπιέζει την άλλη. Με φροϋδικούς όρους αυτή η καταστολή αντιπροσωπεύει την επιβολή της «αρχής της πραγματικότητας» πάνω στην «αρχή της ευχαρίστησης» που συμβολίζει την καταπίεση της σεξουαλικότητας και τη βίαιη αναίρεση της φυσικής ζωής. […] Το γεγονός ότι ο Παπαδιαμάντης βάζει στον τίτλο του διηγήματός του τη λέξη όνειρο είναι επίσης δηλωτικό, γιατί η αντίθεση ανάμεσα στο όνειρο και την πραγματικότητα μπορεί να θεωρηθεί ως η σύγκρουση ανάμεσα στην ελεύθερη εκδήλωση της σεξουαλικότητας και την καταστολή της. Η επιθυμία μπορεί να εκφραστεί ως όνειρο αλλά να μη μπορεί να εκπληρωθεί.[7]

Ο παπαδιαμαντικός μύθος είναι ένας αρχέγονος νοσταλγικός μύθος του ανθρώπου της πόλης: η νοσταλγία μιας φυσικής ζωής πριν απ’ την αστικοποίηση, μιας ζωής αθωότητας μέσα στο φυσικό περιβάλλον, σε αρμονία με τα ζώα και τα φυτά – η νοσταλγία ενός βίου ελεύθερου, πλήρους και ευδαίμονος. Πρόκειται για την ανεστραμμένη Ουτοπία. Ο συγγραφέας δεν προσδοκά μια μελλοντική συνθήκη ευδαιμονίας, την έλευση ενός νέου κόσμου ελευθερίας, ευτυχίας και ομορφιάς. Αντίθετα, θρηνεί την οριστική απώλεια αυτού του κόσμου, την απόσυρσή του στο απώτατο παρελθόν, την αδυναμία μας να επιστρέψουμε σε κείνη την κατάσταση πληρότητας και ηδονής.

Πρέπει όμως να σημειωθεί πως η νοσταλγική ουτοπία που παρουσιάζει εδώ ο Παπαδιαμάντης δεν είναι η συντηρητική πολιτική ουτοπία της Νεωτερικότητας. Δεν εξιδανικεύει δηλαδή το παρελθόν του Μεσαίωνα, τη φεουδαρχική κοινωνική δομή και την παντοδυναμία της Εκκλησίας. Είναι μια ειδυλλιακή ουτοπία – το όνειρο του απολεσθέντος παραδείσου, της φυγής στη φύση, στην αθωότητα, στην ανέγγιχτη πλάση. Η αντινεωτερική κοσμοθεωρία του Παπαδιαμάντη, όπως εκφράζεται με ενάργεια στο συγκεκριμένο διήγημα, δεν είναι μια απλοϊκή επίθεση στη Νεωτερικότητα από έναν νοσταλγό του μεσαιωνικού κόσμου. Πρόκειται, αντίθετα, για μια επεξεργασμένη μοντερνιστική στάση. Γιατί η μοντερνιστική τέχνη ήταν αυτή που διακήρυξε την ανάγκη να επιστρέψουμε στο μύθο και στο αρχέγονο, να σπάσουμε τα δεσμά του ορθολογισμού και του Διαφωτισμού, να βυθιστούμε στις πρώτες αρχές της ανθρωπότητας:

Η ιδέα της παρακμής [στον μοντερνισμό] δεν διευκρινιζόταν βέβαια λεπτομερειακά από την άποψη της φιλοσοφίας της ιστορίας, όμως μπορούσε να συνδεθεί τόσο με μια […] αποσπασματική εικόνα της ιστορίας, η οποία δεν επέτρεπε πρόοδο νοούμενη νομοτελειακά, όσο και με τη νοσταλγία για ένα λίγο ή πολύ μακρινό παρελθόν, το οποίο αποτελούσε την παραστατική αντίθεση προς το παρακμασμένο παρόν. Μερικές φορές τούτο το παρελθόν χανόταν στους αρχέγονους χρόνους του μύθου ή στις περιοχές του πρωτόγονου και του παιδικού, έτσι ώστε εναντίον της αστικής ιδέας της προόδου μπορούν να στραφούν ταυτόχρονα τόσο η διαπίστωση του παρακμασμένου παρόντος όσο και το μυθικό-αρχέγονο στοιχείο. Ό,τι στο πλαίσιο της αστικής ιδέας της προόδου λειτουργούσε ως κατώτατη βαθμίδα της ιστορικής εξέλιξης αποκτούσε έτσι ανώτερη περιωπή και θέση, οπότε το σχήμα της φιλοσοφίας της ιστορίας αντιστρεφόταν ολοκληρωτικά με πολεμική πρόθεση.[8] 

Ο Παπαδιαμάντης δεν κηρύσσει την (αδύνατη) επιστροφή σε κάποια «φυσική ανθρωπότητα»[9]. Δεν πιστεύει ότι είναι εφικτή η επάνοδος στις ευτυχισμένες απαρχές της Δημιουργίας. Του προκαλεί  όμως πόνο η απώλεια της παραδείσιας μακαριότητας. Και διατυπώνει ρεμβάζοντας την ευχή να πραγματοποιηθεί κάποτε αυτό το νοσταλγικό όνειρο της επιστροφής: «Ὤ! ἂς ἤμην ἀκόμη βοσκὸς εἰς τὰ ὄρη!»[10]

ΓΙΩΡΓΟΣ ΠΙΝΑΚΟΥΛΑΣ


[1] Αλέξανδρος Παπαδιαμάντης, «Όνειρο στο κύμα», Άπαντα, Δόμος, τόμ. Γ΄, Αθήνα 1984, σελ. 269-270.

[2] Παναγιώτης Κονδύλης, Η παρακμή του αστικού πολιτισμού. Από τη μοντέρνα στη μεταμοντέρνα εποχή και από το φιλελευθερισμό στη μαζική δημοκρατία, Θεμέλιο, Αθήνα 1991, σελ. 102-103.

[3] Ό.π., σελ. 105.

[4] Ό.π.

[5] Ό.π.

[6] Δημήτρης Τζιόβας, «Ερμηνεύοντας το “Όνειρο στο κύμα”», στο Πρακτικά Α΄ Διεθνούς Συνεδρίου για τον Αλέξανδρο Παπαδιαμάντη, Δόμος, Αθήνα 1996, σελ. 76-77.

[7] Ό.π., σελ. 78.

[8] Παναγιώτης Κονδύλης, Η παρακμή του αστικού πολιτισμού,ό.π., σελ. 107-108.

[9] «Φυσικό άνθρωπο» ονομάζει ο Παπαδιαμάντης τον άνθρωπο που ζει σε αρμονία με τη φύση: «Ἡ τελευταία χρονιὰ ποὺ ἤμην ἀκόμη φυσικὸς ἄνθρωπος ἦτον τὸ θέρος ἐκεῖνο […]» («Όνειρο στο κύμα», ό.π., σελ. 262).

[10] «Όνειρο στο κύμα», ό.π., σελ. 273.