Είδωλα ψυχών κουρασμένων

Με μιαν απόκοσμη εικόνα ξεκινά ο «Ρεμβασμός του Δεκαπενταυγούστου» του Αλέξανδρου Παπαδιαμάντη:

Ἀνάμεσα εἰς συντρίμματα καὶ ἐρείπια, λείψανα παλαιᾶς κατοικίας ἀνθρώπων ἐν μέσῳ ἀγριοσυκῶν, μορεῶν μὲ ἐρυθροὺς καρπούς, εἰς ἔρημον τόπον, ἀπόκρημνον ἀκτὴν πρὸς μίαν παραλίαν βορειοδυτικὴν τῆς νήσου, ὅπου τὴν νύκτα ἑπόμενον ἦτο νὰ βγαίνουν καὶ πολλὰ φαντάσματα, εἴδωλα ψυχῶν κουρασμένων, σκιαὶ ἐπιστρέφουσαι, καθὼς λέγουν, ἀπὸ τὸν ἀσφοδελὸν λειμῶνα, ἀφήνουσαι κενὰς οἰμωγὰς εἰς τὴν ἐρημίαν, θρηνοῦσαι τὸ πάλαι ποτὲ πρόσκαιρον σκήνωμά των εἰς τὸν ἐπάνω κόσμον ― ἐκεῖ ανάμεσα ἐσώζετο ἀκόμη ὁ ναΐσκος τῆς Παναγίας τῆς Πρέκλας.[1]

Σε μια έρημη, απόκρημνη ακτή, ανάμεσα σε παλιά ερείπια, που τα έχει καλύψει η βλάστηση, κυκλοφορούν τις νύχτες φαντάσματα ανθρώπων, σκιές που επιστρέφουν απ’ τον άλλο κόσμο, βγάζοντας θρηνητικές κραυγές. Οι εικόνες φαντασμάτων και νεκρών ανθρώπων που με κάποια μορφή επιστρέφουν στον κόσμο των ζωντανών είναι εικόνες του σκοτεινού ρομαντισμού και της γοτθικής λογοτεχνίας, απ’ όπου φαίνεται πως τις αντλεί και ο Παπαδιαμάντης. Η φρασεολογία όμως που χρησιμοποιεί εδώ ο συγγραφέας προέρχεται, μεταξύ άλλων, και απ’ τα ομηρικά κείμενα. Πιο συγκεκριμένα, ξεκάθαρη ομηρική καταγωγή έχουν οι φράσεις: (α) «εἴδωλα ψυχῶν κουρασμένων» και (β) «ἀπὸ τὸν ἀσφοδελὸν λειμῶνα».

Στο υπόμνημα πηγών της κριτικής έκδοσης των παπαδιαμαντικών έργων, ο Ν.Δ. Τριανταφυλλόπουλος υποδεικνύει ως πηγές της μεν φράσης (α) το στίχο Ψ 72 της Ιλιάδας («τῆλέ με εἴργουσι ψυχαί, εἴδωλα καμόντων»), της δε φράσης (β) το στίχο λ 539 της Οδύσσειας («φοίτα μακρὰ βιβᾶσα κατ’ ἀσφοδελὸν λειμῶνα»).[2] Τα ίδια ομηρικά χωρία υποδεικνύει και ο Νικόλαος Καλοσπύρος στο βιβλίο του σχετικά με την αρχαιογνωσία του Παπαδιαμάντη:

Στο παπαδιαμαντικό κείμενο αναβιώνουν δύο ομηρικά χωρία: το «τῆλε μ’ ἐέργουσι ψυχαί, εἴδωλα καμόντων»* και αυτό που αναφέρεται στην ψυχή του Αχιλλέως, η οποία «φοίτα μακρὰ βιβῶσα κατ’ ἀσφοδελὸν λειμῶνα»**.

* Ψ 73, έκδ. M.L. West, Stuttgart & Leipzig 2000.

** λ 539, έκδ. H. van Thiel, Hildesheim & Zürich & New York: Olms & Weidmann, 1991.[3]

Οι δύο αυτές φράσεις –«ψυχαί, εἴδωλα καμόντων» (ή «βροτῶν εἴδωλα καμόντων» σε άλλα ομηρικά χωρία) και «ἀσφοδελὸς λειμών»– είναι λογότυποι, δηλαδή στερεότυπα σύνολα λέξεων που επανέρχονται ξανά και ξανά στα ομηρικά έπη. Ο λογότυπος «ψυχαί, εἴδωλα καμόντων» ή «βροτῶν εἴδωλα καμόντων» εμφανίζεται τόσο στην Ιλιάδα (Ψ 72) όσο και στην Οδύσσεια (λ 476, ω 14). Ομοίως και ο «ἀσφοδελὸς λειμών» εμφανίζεται επανειλημμένως στην Οδύσσεια: λ 539, λ 573, ω 13.[4]

Στην τελευταία ραψωδία της Οδύσσειας, και συγκεκριμένα στους στίχους 13-14, οι δύο λογότυποι εμφανίζονται μαζί, ο ένας δίπλα στον άλλο:

αἶψα δ᾿ ἵκοντο κατ’ ἀσφοδελὸν λειμῶνα,

ἔνθα τε ναίουσι ψυχαί, εἴδωλα καμόντων.

γρήγορα φτάσανε στ’ ασφοδελό λιβάδι,

εκεί που κατοικούνε οι ψυχές, των πεθαμένων τα φαντάσματα.

Πιθανόν, λοιπόν, αυτή να είναι η πηγή των ομηρικών φράσεων που ενθέτει ο Παπαδιαμάντης στο κείμενό του. Το συγκεκριμένο χωρίο, τους στίχους ω 13-14 της Οδύσσειας, πρέπει να ’χε εκείνη τη στιγμή μπροστά του ή να ανακάλεσε στη μνήμη του ο διηγηματογράφος.

Η μετατροπή του ομηρικού λογότυπου «ψυχαί, εἴδωλα καμόντων» στο παπαδιαμαντικό «εἴδωλα ψυχῶν κουρασμένων» φαίνεται εκ πρώτης όψεως μια απλή παράφραση. Η νοηματική μεταλλαγή όμως είναι πολύ βαθύτερη απ’ όσο δείχνει η πρώτη εντύπωση. Παρότι μοιάζει να χρησιμοποιεί τις ίδιες λέξεις, ο Παπαδιαμάντης εννοεί κάτι τελείως διαφορετικό απ’ ό,τι δηλώνει το ομηρικό κείμενο. Στην ουσία, οι ομηρικές λέξεις χρησιμοποιούνται για να εκφράσουν μια εντελώς αλλιώτικη κοσμοθεωρία από την ομηρική.

Ψυχή και εἴδωλον είναι στον Όμηρο λέξεις ταυτόσημες: σημαίνουν το φάντασμα, τη σκιά του νεκρού.[5] Στον προκείμενο λογότυπο λοιπόν, το ουσιαστικό «εἴδωλα» λειτουργεί συντακτικά ως παράθεση στο ουσιαστικό «ψυχαί»· ο ποιητής κάνει εδώ έναν παραλληλισμό, επαναλαμβάνει με άλλη λέξη το ίδιο νόημα. Καμόντες είναι μετοχή του αορίστου β΄ του κάμνω, που σημαίνει μοχθώ, κοπιάζω· οι καμόντες όμως στον Όμηρο δεν είναι οι κοπιάσαντες, οι κουρασμένοι, αλλά οι νεκροί. Η μετοχή έχει ουσιαστικοποιηθεί κι έχει αυτονομηθεί σημασιολογικά από το ρήμα. Συνεπώς, όταν το ομηρικό κείμενο μιλά για «ψυχάς» ή «εἴδωλα» «καμόντων», κάνει απλώς λόγο για τα «φαντάσματα των νεκρών».

Στον Παπαδιαμάντη, από την άλλη πλευρά, το είδωλο σημαίνει ό,τι και σήμερα, δηλαδή καθρέφτισμα, αντικατοπτρισμός. Η ψυχή είναι το μη σωματικό μέρος του ανθρώπου, το οποίο απελευθερώνεται κατά τη στιγμή του θανάτου από το σώμα. Η μετοχή κουρασμένος, τέλος, σημαίνει εκείνον που έχει κουραστεί, και όχι τον νεκρό. Η μετοχή δεν είναι εδώ ουσιαστικοποιημένη, αλλά λειτουργεί ως επιθετικός προσδιορισμός: ο Παπαδιαμάντης δεν αναφέρεται σε «ψυχές των κουρασμένων» αλλά σε «κουρασμένες ψυχές». «Εἴδωλα ψυχῶν κουρασμένων» λοιπόν στο παπαδιαμαντικό κείμενο σημαίνει «αντικατοπτρισμοί κουρασμένων ψυχών».

Γιατί όμως είναι κουρασμένες οι ψυχές; Διότι περιπλανώνται αιώνια στις ερημιές θρηνώντας το οριστικά χαμένο θνητό σώμα τους. Τα παπαδιαμαντικά φαντάσματα, δανεισμένα από τη ρομαντική μυθολογία και από τη λαϊκή φαντασία, είναι αντικατοπτρισμοί ασώματων ψυχών, που έχουν καταδικαστεί να παραδέρνουν αέναα στους ερημότοπους, χωρίς να τους δίνεται η δυνατότητα επιτέλους ν’ αναπαυτούν.

Στην ομηρική κοσμοθεωρία, αντίθετα από τη λαϊκή και τη ρομαντική αντίληψη, οι νεκροί δεν επανέρχονται στον κόσμο των ζωντανών· ο κόσμος στον οποίο ζούμε είναι οριστικά απαλλαγμένος από την παρουσία των αποβιωσάντων. Ένα αδιαπέραστο τείχος χωρίζει τους πεθαμένους, που αποσύρθηκαν για πάντα στον άλλο κόσμο, απ’ όσους είναι ακόμη εν ζωή. Όπως εξηγεί ο μεγάλος Γερμανός μελετητής Έρβιν Ρόντε:

Ο κόσμος της ημέρας του Ομήρου είναι απαλλαγμένος από τα φαντάσματα της νύχτας (ούτε στα όνειρα δε θεάται η ψυχή αφότου το σώμα αποτεφρώνεται), από την υπερφυσική δραστηριότητα τούτων των ακαθόριστων και άυλων φύσεων που τρέμουν οι δεισιδαίμονες. Οι ζωντανοί δεν ενοχλούνται πλέον από τον πεθαμένο. Ο κόσμος εξουσιάζεται μόνο από τους θεούς. Όχι χλωμά και άυλα φαντάσματα, αλλά απτές και υλικές μορφές εργάζονται αποτελεσματικά παντού και κατοικούν στις ανέφελες βουνοκορφές […] Καμία δαιμονική δύναμη δε συγκρίνεται με τους θεούς, ούτε τους προξενεί κακό· και η νύχτα δεν ελευθερώνει τις ψυχές των νεκρών που αναχωρούν.[6]

Τόσο τα ομηρικά όσο και τα παπαδιαμαντικά φαντάσματα είναι όντα του παγανιστικού κόσμου, απαρηγόρητες σκιές που έχουν εξοριστεί διαπαντός απ’ τη λαμπρότητα της επίγειας ζωής και δεν ελπίζουν στην ανάσταση των σωμάτων τους. Τα είδωλα όμως του Ομήρου είναι αποσυρμένα στο ασφοδελό λιβάδι, ενώ τα στοιχειά του Παπαδιαμάντη τριγυρνούν στη γη και στοιχειώνουν τους τόπους που έχουν εγκαταλείψει οι ζώντες.

ΓΙΩΡΓΟΣ ΠΙΝΑΚΟΥΛΑΣ


[1] Αλέξανδρος Παπαδιαμάντης, «Ρεμβασμός του Δεκαπενταυγούστου», Άπαντα, τόμ. Δ΄, κριτ. έκδ. Ν.Δ. Τριανταφυλλόπουλος, Δόμος, Αθήνα 1985, σελ. 85.

[2] Τα δύο χωρία μπορούν ν’ αποδοθούν ως εξής: «μακριά με διώχνουν οι ψυχές, των πεθαμένων τα φαντάσματα» (Ψ 72)· «κίνησε με μεγάλα βήματα προς το ασφοδελό λιβάδι» (λ 539).

[3] Νικόλαος Α.Ε. Καλοσπύρος, Η αρχαιογνωσία του Αλέξανδρου Παπαδιαμάντη, Εταιρεία Παπαδιαμαντικών Σπουδών – Δόμος, Αθήνα 2002, σελ. 111.

[4] Ἀσφοδελὸς λειμών είναι ο Κάτω Κόσμος. Να σημειωθεί εδώ ότι το ασφοδελό λιβάδι εμφανίζεται ως τόπος των νεκρών και στη νεότερη λαϊκή παράδοση, αλλά και στη λόγια λογοτεχνία μας: στη «Λήθη» του Λορέντζου Μαβίλη, για παράδειγμα, οι νεκροί διασχίζουν επίσης «λιβάδια από ασφοδίλι»: «Κι αν πιουν θολό νερό ξαναθυμούνται, / διαβαίνοντας λιβάδια από ασφοδίλι· / πόνους παλιούς, που μέσα τους κοιμούνται».

[5] Και η λέξη σκιά, άλλωστε, σημαίνει στον Όμηρο επίσης το φάντασμα, πρβλ. κ 495 («οἴῳ πεπνῦσθαι· τοὶ δὲ σκιαὶ ἀΐσσουσιν»).

[6] Erwin Rohde, Ψυχή. Η λατρεία των ψυχών και οι αντιλήψεις περί αθανασίας στους αρχαίους Έλληνες, μτφρ. Κατερίνα Παυλογεωργάτου, Ιάμβλιχος, Αθήνα 1998, τόμ. Α΄, σελ. 19-20.