Γλυκόπικροι αφορισμοί

Ένα μικρό διαμάντι περίμενε στους πάγκους των βιβλιοπωλείων τούς αναγνώστες που επέστρεφαν από τις καλοκαιρινές τους διακοπές στις αρχές του Σεπτέμβρη: ο Λόγος ουροβόρος του Μάρκελλου Πιράρ. Ο Πιράρ, Βέλγος στην καταγωγή, έζησε για κάποια χρόνια στη Συρία, προτού εγκατασταθεί μόνιμα στην Ελλάδα. Πολύγλωσσος και πολυταξιδεμένος, είναι κυρίως γνωστός για τον άθλο της κριτικής έκδοσης των Ασκητικών Λόγων του Αββά Ισαάκ του Σύρου (Ιερά Μονή Ιβήρων, 2012). Αρκεί απλώς να φυλλομετρήσει κάποιος τη συγκεκριμένη έκδοση για να εντυπωσιαστεί από τον πελώριο μόχθο, την ευρυμάθεια και το εξαιρετικό φιλολογικό τάλαντο του Πιράρ. Εκτός όμως απ’ αυτό το σπουδαίο φιλολογικό έργο, μας έχει προσφέρει επίσης και σημαντικές μεταφράσεις. Έχει μεταφράσει στα ελληνικά δύο βιβλία του Σύρου ποιητή Άδωνι (Άσματα του Μιχιάρ του Δαμασκηνού, Άγρα, 1996· Στοχασμοί, Τύρφη, 2021) κι ένα βιβλίο του Ελβετού θεολόγου Έντουαρντ Τουρνέιζεν (Ντοστογιέβσκι. Τα ύστατα όρια του ανθρώπου, Δόμος, 2016).

Το ανά χείρας βιβλίο όμως διαφέρει από τους άλλους καρπούς των φιλολογικών και μεταφραστικών εργασιών του Πιράρ. Είναι μικρό σε όγκο –αποτελείται από 34 μόλις σελίδες– και περιέχει σύντομους αφορισμούς, σκέψεις και ποιητικές φράσεις. Ο Λόγος ουροβόρος συντίθεται από fragmenta, δηλαδή αποσπάσματα, θραύσματα της σκέψης και του λόγου. Ο λόγος εδώ θραύεται σκόπιμα, συντρίβεται σε ελάχιστα τμήματα, ώστε να εκφράσει με αυτό τον τρόπο καλύτερα κάποιες όψεις μιας ανέφικτης ολότητας.

Ο Πιράρ εντάσσεται, με τούτο το μικρό έργο, στη μακρά παράδοση των σατιρικών μοραλιστών της νεωτερικής Ευρώπης, οι οποίοι ανατέμνουν με χειρουργική ακρίβεια τα σκοτεινά κίνητρα της συμπεριφοράς των συνανθρώπων τους και την υποκριτική διαγωγή τους. Μελετούν τα ήθη και διαγιγνώσκουν τη γελοιότητα και τη ματαιότητα που κατά κανόνα χαρακτηρίζουν την ανθρώπινη συνθήκη. Οι moralistes διατύπωναν πάντα αυτές τις καίριες παρατηρήσεις τους για το κοινωνικό περιβάλλον τους με αφορισμούς. Ο αφορισμός, η συνοπτική διατύπωση μιας κρίσης, ήταν εκείνο το είδος του λόγου που προτιμούσαν και το οποίο τους εξέφραζε καλύτερα. Ιδού μερικά παραδείγματα ωραίων μοραλιστικών αφορισμών από τον Λόγο ουροβόρο:

Ὡς καλοκάγαθο πλάσμα, συνηθίζει ὁ ἄνθρωπος, μὲ τὴν ἔσχατη ἀγριότητα, νὰ λειώνει ὅ,τι τριγύρω του κινεῖται: μύγες, κουνούπια, σκουλήκια, ἀράχνες, γείτονες, κατσαρίδες, σφῆκες, συναδέλφους, μυρμήγκια…[1]

Πέρασε ὅλη του τὴ ζωὴ κοιμισμένος· τώρα, κεκοιμημένος πιά· ἀνεπαίσθητη ἡ διαφορά· καὶ γιὰ μᾶς και γι’ αὐτόν.[2]

Συγκεντρώσεις, συνάξεις, συμπόσια, συνελεύσεις, συνέδρια, συζητήσεις, συνεδριάσεις, διαπραγματεύσεις, διάλογοι… Παράλληλοι μηρυκασμοί.[3]

Ξόδεψε τοῦ κόσμου τὰ λεφτά, γιὰ νὰ ἐξαλειφθοῦν οἱ ρυτίδες ποὺ τοῦ αὐλακώνουν τὸ πρόσωπο. Δὲν σκέφθηκε ὅμως νὰ κάνει τὸ ἴδιο μὲ τὶς ζαρωματιὲς ποὺ πετσιάζουν τὴ γλώσσα καὶ τὴ σκέψη του, καὶ μὲ τὶς χαρακιὲς ποὺ σὰν κάγκελα τοῦ πετρώνουν τὸ βλέμμα…[4]

Από το στόχαστρο του γνήσιου moraliste δε γλιτώνουν βέβαια οι κατεξοχήν υποκριτές και παλιάνθρωποι: η ευγενής τάξη των πολιτικών. Δεν είναι λοιπόν τυχαίο που και ο Πιράρ τούς σατιρίζει ανελέητα:

Οἱ πλέον ἁρμόδιοι ἑρμηνευτὲς τῶν πολιτικῶν λόγων εἶναι οἱ ξυλουργοί: αὐτοὶ ξέρουν τί σημαίνει γλώσσα ξύλινη καὶ πῶς μιλᾶ τὸ ξύλο τὸ ἀπελέκητο.[5]

Ἡ πολιτική: ἕνα ἄγαλμα ὑψώνεται, ἕνα ἄγαλμα γκρεμίζεται – κι ἀνάμεσα, κούφιες ὑποσχέσεις, δωροδοκίες, κομμένα κεφάλια.[6]

Ράφτες καὶ πολιτικοὶ παίρνουν μέτρα – οἱ μὲν γιὰ νὰ ντύσουν τὸν πελάτη, οἱ δὲ γιὰ νὰ γδύσουν τὸν πολίτη.[7]

Εντούτοις, το στοιχείο που υπερτερεί στους αφορισμούς του Πιράρ, το στοιχείο που δίνει τον γενικό τόνο στο έργο και το χρωματίζει περισσότερο, είναι η ποίηση. Οι αφορισμοί του Πιράρ είναι κυρίως ποιητικοί στοχασμοί, μικρά πεζά ποιήματα, ωραιότατα στην έκφραση, στο ρυθμό, στην εικονοποιία τους:

Ἀναδεύοντας τάφους, ἰχνηλατῶ τῆς σιωπῆς τὰ χνάρια, τοῦ δρεπανιοῦ τὴ ρίζα, τοῦ ὁρίζοντος τὰ πέρατα, τῆς λευτεριᾶς τὰ σύνορα, τῆς ἀμφισβήτησης τὴ μήτρα, τῆς μουσικῆς τὴ συντέλεια, τοῦ φωτὸς τὰ ἐρείπια, τῆς λήθης τὰ σπαράγματα, τῆς ἐξορίας τὸ κάλεσμα, τῆς λογικῆς τὸ παραμίλημα, τοῦ ἀποχωρισμοῦ τὰ ἀγκάθια, τῶν ὀνείρων τὴ σκουριά, τοῦ χρόνου τὴ φωλιά, τῆς στείρας βροχῆς τὰ μυστικά.[8]

Ὅλη τὴ νύχτα στριφογύριζες. Προφανῶς ταξίδευες. Ἐγώ, ἄγρυπνος, κουβαλοῦσα τὶς ἀποσκευές.[9]

Ένα απ’ αυτά τα όμορφα ποιητικά σπαράγματα επέχει ταυτόχρονα θέση, θα μπορούσε να πει κανείς, υπαρξιακού μανιφέστου· είναι μια συμπυκνωμένη διατύπωση της κοσμοθεωρίας του συγγραφέα:

Ἡ ἐξορία, ὄχι ἡ πατρίδα. Ἡ γῆ ποὺ σείεται, ὄχι ἡ στερεά. Ἡ ἀνησυχία, ὄχι ἡ ἀταραχία. Ἡ ἐρώτηση, ὄχι ἡ ἀπάντηση. Ἡ ἔνταση, ὄχι τὸ νόημα. Τὸ πεῖραρ [ἄκρoν], ὄχι τὸ κέντρο. Οἱ ἄβυσσοι, οἱ κορφές, ὄχι ἡ πεδιάδα. Ἡ γέφυρα, ὄχι οἱ ὄχθες. Ἡ διαφορά, ὄχι ἡ ταυτότητα. Τὸ ἀλλόκοτο, ὄχι τὸ οἰκεῖο.[10]

Ο Πιράρ προκρίνει τη διαφωνία, την εξαίρεση, την παρέκκλιση, αντί της ομοφωνίας, του κανόνα, της ευθείας οδού. Δεν τον ελκύει ταυτόν,αλλά το έτερον. Δεν αναζητά το οικείο,αλλά το ξένο.

Ιδιαίτερο ενδιαφέρον παρουσιάζουν, επίσης, οι αφορισμοί του Πιράρ που αναφέρονται στην ψυχανάλυση, και μάλιστα στη βαθιά σχέση της με την ποίηση, καθώς τόσο η μία όσο και η άλλη διανοίγουν το μονοπάτι που οδηγεί στον κόσμο του ασυνειδήτου:

Ποίηση καὶ ψυχανάλυση χρησησιμοποιοῦν τὸ ἴδιο ἐργαλεῖο. Μὲ τὴν πρώτη ὁ λόγος κατεβαίνει ἀπὸ τὰ ὕψη. Μὲ τὴν ἄλλη ἀναδύεται ἀπὸ τὰ βάθη. Ὕψη ἀσύλληπτα, βάθη ἀκατάληπτα. Κι ἐμεῖς, πάνω στὴ ράχη ἢ κάτω στὴ ρεματιά, μ’ ἕνα τρύπιο καλάθι.[11]

Η ψυχαναλυτική ανάγνωση της πραγματικότητας μετουσιώνεται τελικά σε ποιητική πρόσληψή της και κατατείνει στην ονειρική μεταμόρφωσή της. Πώς αλλιώς μπορεί να εξηγηθεί ο ακόλουθος σουρεαλιστικός και παραδοξολογικός αφορισμός;

Σ’ ἕνα τρελοκομεῖο κάποιος ζωγράφισε μιὰ πόρτα πάνω στὸν τοῖχο· ὕστερα τὴν ἄνοιξε καὶ βγῆκε ἔξω. Μὴν ἀπατᾶστε. Ἦταν ὁ ἴδιος ὁ ψυχίατρος. Ἐγώ; Πρὸς Θεοῦ, ἐπισκέπτης. Ἁπλῶς τὸν βοήθησα νὰ γυρίσει τὸ κλειδί, γιατὶ ἡ κλειδαριὰ χρησιμοποιήθηκε πρώτη φορά.[12]

Ένα άλλο βασικό θέμα των αφορισμών του Πιράρ είναι ο χρόνος, ο οποίος κυλά ασταμάτητα παρασέρνοντας στο διάβα του τα πάντα και οδηγώντας τα στο αναπόφευκτο, μοιραίο τέλος τους:

Ἀχαλίνωτος ὁ χρόνος κυλᾶ μὲς στὶς φλέβες μου· σὲ ποιὸ σημεῖο ἄραγε νὰ χτίσω φράγμα;[13]

Ἀδιάφορος, ἄπληστος, τοῦ χρόνου τὰ ρεῖθρα καταβροχθίζει ὁ θάνατος. Μετὰ τὴν πάροδο τοῦ χρόνου, θὰ πεθάνει τῆς πείνας.[14]

Ο Πιράρ αντλεί τα θέματα των αφορισμών του απ’ όλες τις εκφάνσεις της ανθρώπινης ζωής: πολιτική, ηθική, αισθητική, υπαρξιακή. Αντίστοιχα, και το ύφος του κυμαίνεται από την περιπαικτικότητα και τη σάτιρα μέχρι την τρυφερότητα και το υπαρξιακό βάθος. Θα ’λεγε κανείς πως και το ίδιο το έργο του Πιράρ, ο Λόγος ουροβόρος, ακολουθεί έναν ελικοειδή παράδρομο, αποφεύγοντας τον κύριο δρόμο· πως ανέρχεται σε κορφές και κατρακυλά σε αβύσσους, ξεμακραίνοντας από την πεδιάδα· πως γεφυρώνει διαφορετικά θέματα και ποικίλα ύφη, απομακρυνόμενος από την ομοιόμορφη σιγουριά της όχθης. Είναι ένα έργο που μπορεί να ξενίσει, αλλά ο επίμονος αναγνώστης θ’ ανακαλύψει μέσα του θησαυρούς ατίμητους.

ΓΙΩΡΓΟΣ ΠΙΝΑΚΟΥΛΑΣ


[1] Μάρκελλος Πιράρ, Λόγος ουροβόρος. Σατιρικά γυμνάσματα, Τύρφη, Θεσσαλονίκη 2021, σελ. 18.

[2] Ό.π.

[3] Ό.π.

[4] Ό.π.

[5] Ό.π., σελ. 14.

[6] Ό.π., σελ. 20.

[7] Ό.π., σελ. 22.

[8] Ό.π., σελ. 17.

[9] Ό.π., σελ. 19.

[10] Ό.π., σελ. 29.

[11] Ό.π., σελ. 15.

[12] Ό.π.

[13] Ό.π., σελ. 14.

[14] Ό.π., σελ. 28.