Μελετώντας Προυστ στα γκουλάγκ

Ο Γιόζεφ Τσάπσκι γεννήθηκε το 1896 στην Πράγα. Στην πορεία της μακράς ζωής του –πέθανε σχεδόν αιωνόβιος το 1993– διέπρεψε ως ζωγράφος, συγγραφέας και κριτικός τέχνης. Ταυτόχρονα όμως, όλη η ζωή του συνυφάνθηκε με την τραγική μοίρα της Ευρώπης του 20ού αιώνα. Ως φοιτητής στο πανεπιστήμιο της Πετρούπολης, βρέθηκε το 1917 στη Ρωσία και παρασύρθηκε στη δίνη της Επανάστασης. Λίγο αργότερα, απαρνήθηκε τον πασιφισμό του και πολέμησε με τον πολωνικό στρατό εναντίον των Σοβιετικών. Μετά από κάποια χρόνια μποέμικης ζωής στο Παρίσι, όπου άρχισε σιγά σιγά ν’ αναγνωρίζεται ως ζωγράφος, το 1939 στρατεύτηκε εκ νέου, ως αξιωματικός αυτή τη φορά, στον πολωνικό στρατό. Αιχμαλωτίστηκε από τους Σοβιετικούς στο Λβοβ, και προοριζόταν να σφαγιαστεί στο Κατύν, μαζί με τους περισσότερους από 20.000 Πολωνούς που δολοφονήθηκαν εκεί κατ’ εντολή της σοβιετικής ηγεσίας. Χάρη όμως σε κάποια ανεξήγητη μοίρα, ήταν ανάμεσα στους μόλις 395 αξιωματικούς που τελικά γλίτωσαν την εκτέλεση. Έζησε για σχεδόν δύο χρόνια αιχμάλωτος σε στρατόπεδα στη Ρωσία, πρώτα στο Σταρομπιέλσκ κι έπειτα στο Γκριαζόβιετς. Μετά την απελευθέρωσή του, επέστρεψε και πάλι στη Μόσχα, αναζητώντας μάταια τα ίχνη των σφαγιασθέντων συντρόφων του. Με το τέλος του Β΄ Παγκοσμίου Πολέμου εγκαταστάθηκε οριστικά στο Παρίσι, όπου αφοσιώθηκε στη ζωγραφική και τη συγγραφή.

Παράδοξη μαρτυρία αυτής της βίαιης και παράλογης εποχής είναι το υπέροχο βιβλιαράκι του Τσάπσκι, που μόλις κυκλοφόρησε στα ελληνικά, με τον τίτλο Ο Προυστ αντίδοτο στην κατάρρευση, σε ωραία μετάφραση της Λίζυς Τσιριμώκου. Το περίφημο αυτό δοκίμιο συγκροτήθηκε από τις διαλέξεις που έδωσε ο Τσάπσκι στους συγκρατούμενούς του στο Γκριαζόβιετς το χειμώνα 1940-1941. Μέσα στις άγριες στρατοπεδικές συνθήκες, μετά από ολοήμερη εξαντλητική εργασία και σε θερμοκρασίες πολύ κάτω απ’ το μηδέν, σαράντα περίπου άτομα συγκεντρώνονταν κάθε βράδυ για ν’ ακούσουν απαιτητικές φιλολογικές αναλύσεις για ένα απ’ τα πιο εστετίστικα κείμενα που έχουν γραφτεί ποτέ. Έτσι, το μικρό αυτό βιβλίο αποτελεί μια θαυμαστή μαρτυρία της νίκης του πνεύματος επί της ύλης και του πολιτισμού επί της βαρβαρότητας, μέσα στο πιο μαύρο σκοτάδι του 20ού αιώνα.

Ο Τσάπσκι διάβασε το Αναζητώντας τον χαμένο χρόνο το 1926, όταν προσβλήθηκε από τύφο και ανάρρωνε άπραγος στο Λονδίνο. Το μελέτησε προσεκτικά και σε βάθος. Όπως μάλιστα φαίνεται στο ανά χείρας βιβλίο, ήταν σε θέση ν’ ανακαλεί σχεδόν κατά λέξη εκτενή αποσπάσματα και να θυμάται απίστευτες μικρολεπτομέρειες, χωρίς να χρειαστεί ν’ ανατρέξει στο κείμενο. Επιπλέον, όποιος διαβάζει το Ο Προυστ αντίδοτο στην κατάρρευση διαπιστώνει πως ο Τσάπσκι δεν έχει διαβάσει καλά μόνο το ίδιο το μυθιστόρημα του Προυστ, αλλά και τη σχετική φιλολογική βιβλιογραφία. Δίνει την εντύπωση ότι έχει παρακολουθήσει με προσήλωση τις μεγάλες φιλολογικές διαμάχες της εποχής για το προυστικό έργο και για τη σημασία της μοντερνιστικής επανάστασης στη λογοτεχνία. Εξάλλου, είναι φανερό πως έχει στοχαστεί πολύ και ίδιος πάνω στον Προυστ και στα ζητήματα της γραφής του.

Για να φωτίσει τον βίο και το έργο του Προυστ, ο Τσάπσκι προσφεύγει κυρίως στη συγκριτική μέθοδο. Συγκρίνει, για παράδειγμα, τον ρεαλισμό του Προυστ με τον ρεαλισμό των Μπαλζάκ και Τολστόι. Παρότι, γράφει, ο Προυστ είχε εισέλθει στους αριστοκρατικούς κύκλους απέξω, όπως και ο Μπαλζάκ, «πόσο περισσότερο εκ του σύνεγγυς μπόρεσε να τους αναλύσει και με πόσο μεγαλύτερη προσωπική απόσταση μπόρεσε να τους κρίνει!»[1] Αλλά και ο Τολστόι, που έχει «εσωτερική γνώση αυτού του αριστοκρατικού κόσμου» και «μιλά γι’ αυτόν […] με διαύγεια και ρεαλισμό», μιλά παρ’ όλα αυτά «με λιγότερη αντιμετάθεση απ’ ό,τι ο Προυστ»[2].

Ο Τσάπσκι παραβάλλει, στη συνέχεια, τον Προυστ με τον Κόνραντ. Ο Προυστ αντικρούει, στον Ανακτημένο χρόνο,τον Μπαρές και ό,τι αυτός πρεσβεύει: την εθνική αποστολή του συγγραφέα, τον διδακτισμό, την υποτίμηση της λογοτεχνικής φόρμας. Ομοίως, ο Κόνραντ αντιτίθεται σε άλλους Πολωνούς λογοτέχνες της εποχής, που υποστηρίζουν την κοινωνική χρησιμότητα του συγγραφικού επαγγέλματος· «σε αυτόν δεν βρίσκουμε ποτέ την παραμικρή παρέκκλιση προς τον διδακτισμό, την εισβολή καμίας πρόθεσης»[3].

Ο Τσάπσκι συγκρίνει επίσης –και αυτό είναι, θα μπορούσαμε να πούμε, το κορυφαίο σημείο του ανά χείρας δοκιμίου– τη βιοπορεία του Προυστ με τη βιοπορεία του Πασκάλ. Δύο άνθρωποι και δύο συγγραφείς με εντελώς αντίθετες εκ πρώτης όψεως κοσμοθεωρίες συγκλίνουν εντέλει, στην πορεία της ζωής τους, σε μια όμοια σχεδόν αντίληψη.

Ο Μπλεζ Πασκάλ (1623-1662), χαρισματικός μαθηματικός και φυσικός, σε ηλικία τριάντα περίπου ετών συγκλονίζεται μέχρι τα κατάβαθα της ύπαρξής του από ένα αποκαλυπτικό όραμα και αλλάζει άρδην τη ζωή του. Εγκαταλείπει τα πάντα και προσχωρεί ψυχή και σώματι σ’ έναν ακραίο ασκητισμό, απαρνούμενος όλες τις ηδονές και όλες τις απολαύσεις των αισθήσεων.

Πολλοί αναγνώστες του Προυστ θα εκπλήσσονταν αν τους έλεγα ότι οι ιδεολογικές απολήξεις της Αναζήτησης, όσες εντόπισα προσωπικά, είναι σχεδόν πασκαλικές. […] Ο άνθρωπος αυτός [ο Πασκάλ], που τον κατέτρωγε η νοσταλγία του απολύτου, έκρινε απαράδεκτη κάθε εφήμερη χαρά των αισθήσεων. […] μετά από μια νύχτα που θα μείνει εσαεί ως «το μυστήριο του Πασκάλ», νύχτα οραματική για έναν κόσμο υπέργειο και απόλυτο, φορά έως τον θάνατό του πάνω στον λαιμό του ένα κομματάκι χαρτί όπου είναι γραμμένες δυο-τρεις λέξεις: «Δάκρυα, δάκρυα χαράς». Ο Πασκάλ έρχεται σε ρήξη με τους πάντες και τα πάντα, ρίχνεται με όλη του την παράφορη φύση σε έναν ακραίο ασκητισμό, εγκλείεται στο Πορ-Ρουαγιάλ, καταπονεί, βασανίζει το δόλιο, το φιλάσθενο σώμα του. […] δεν χλευάζει μονάχα τις έκλυτες αισθήσεις, αλλά όλες τις αισθήσεις.[4]

Ο Προυστ, αντίθετα, θέτει εξαρχής ως στόχο της ζωής του ν’ απολαύσει κάθε στιγμή της, να γευτεί όλες τις ηδονές, να ικανοποιήσει όλες τις επιθυμίες των αισθήσεών του. Όσο ριζικά απορρίπτει ο Πασκάλ τη σαρκική ηδονή, τόσο ο Προυστ την αποζητά παθιασμένα και ασταμάτητα.

[…] δεν επιθυμεί παρά ένα και μόνον πράγμα: να απολαμβάνει στη ζωή τις χαρές τού (σαρκικού) έρωτα. […] όλο το έργο του Προυστ είναι ένα έργο απαλλαγμένο από κάθε αναζήτηση του απόλυτου, […] η λέξη «Θεός» δεν αναφέρεται σε αυτό ούτε μία φορά ανάμεσα σε χιλιάδες και χιλιάδες σελίδες.[5]

Παρ’ όλα αυτά, σύμφωνα με τον Τσάπσκι, ο Προυστ και ο Πασκάλ συγκλίνουν τελικά στην ίδια κοσμοθεωρία, παρότι ξεκινούν από εντελώς διαφορετικές αφετηρίες, παρότι ακολουθούν εντελώς διαφορετικές πορείες, παρότι η μεταστροφή του ενός είναι ξαφνική και ακαριαία, ενώ του άλλου αργή και ισόβια. Στη μακρά και επώδυνη πορεία συγγραφής του μυθιστορήματός του, ο Προυστ συνειδητοποιεί σταδιακά τη ματαιότητα των επίγειων απολαύσεων, την παροδικότητα και το ψεύδος τους. Ο Τσάπσκι δείχνει με παραδείγματα αυτή τη συνειδητοποίηση της ματαιότητας, όπως καταγράφεται στο Αναζητώντας τον χαμένο χρόνο. Συγκεκριμένα, απαριθμεί διάφορα επεισόδια στα οποία αποκαλύπτεται κατά σειρά η ματαιότητα των κοσμικών σχέσεων, η ματαιότητα της αριστοκρατικής έπαρσης, η ματαιότητα της νιότης και της ομορφιάς, η ματαιότητα της διασημότητας, η ματαιότητα των ερώτων. Έτσι, ο Προυστ, ένας άνθρωπος που ήθελε να γευτεί κάθε χαρά της ζωής και ν’ απολαύσει κάθε ηδονή, καταλήγει τελικά να ταυτιστεί με τον ακραίο ασκητισμό του Πασκάλ, δηλαδή με την ολοκληρωτική απάρνηση των επίγειων απολαύσεων. Ο ασκητισμός του Προυστ, βέβαια, δεν κατατείνει στη χριστιανική αρετή και στην πίστη στον Θεό, όπως στην περίπτωση του Πασκάλ, αλλά στη λογοτεχνία. Ο Προυστ απαρνιέται τα πάντα για χάρη της λογοτεχνίας, βυθίζεται ολοκληρωτικά σε αυτήν και της δίνει όλο του τον εαυτό:

εγκαταλείπει τα πάντα, όχι εν ονόματι του Θεού, όχι εν ονόματι της θρησκείας, πλήττεται όμως κι αυτός από μια κεραυνοβόλα αποκάλυψη· ενταφιάζεται ζωντανός-νεκρός στην ταπετσαρισμένη με φελλό κάμαρά του […] για να υπηρετήσει έως θανάτου ό,τι ήταν γι’ αυτόν το απόλυτο, το καλλιτεχνικό του έργο.[6]

Τέλος, ο Προυστ προσομοιάζει, στην αντίληψη του Τσάπσκι, με τον Ντοστογιέφσκι. Παρά τις μεγάλες τους διαφορές, οι δύο κορυφαίοι συγγραφείς βρίσκουν το ίδιο φάρμακο για την ασθένεια της ματαιότητας, ασθένεια άρρηκτα συνυφασμένη με την ανθρώπινη ζωή. Το φάρμακο αυτό είναι η μυστική σύνδεση κάθε ανθρώπου μ’ έναν άλλο κόσμο, ουράνιο και ανώτερο, έναν κόσμο καλοσύνης, ηθικής ακεραιότητας και θυσίας. Η τέχνη είναι εκδήλωση αυτού του άλλου κόσμου, από τον οποίο προερχόμαστε και στον οποίο ίσως επιστρέψουμε και πάλι. Ο καλλιτέχνης υπηρετεί τους νόμους αυτού του ουράνιου κόσμου, ζει χάρη σε αυτή τη σύνδεση μαζί του, και χάρη σε αυτή ζωοποιεί κι εμάς με το έργο του.

Αυτό που ενώνει τον πιστό Ντοστογιέφσκι και τον άθεο Προυστ, γράφει ο Τσάπσκι, είναι τελικά η κοινή πίστη τους στην αθανασία. Και παραθέτει, προς επίρρωση της άποψής του, αυτή την όμορφη φράση απ’ το Αναζητώντας τον χαμένο χρόνο, που αναφέρεται στο θάνατο του συγγραφέα Μπεργκότ:

Τον έθαψαν, αλλά όλη τη νεκρώσιμη νύχτα, στις φωτισμένες προθήκες, τα βιβλία του, αραδιασμένα τρία τρία, ξαγρυπνούσαν σαν άγγελοι μ’ ολάνοιχτα φτερά και φάνταζαν, γι’ αυτόν που δεν υπήρχε πια, σαν το σύμβολο της ανάστασής του.[7]

Όπως ο Μπεργκότ, έτσι και ο Προυστ, εγκιβωτισμένος μέσα στο έργο του, στο οποίο αφιερώθηκε με όλες του τις δυνάμεις, ταξιδεύει αναστημένος, αιώνιος οδοδείχτης προς εκείνον τον μυστηριώδη, όμορφο κόσμο. Το βιβλίο του Γιόζεφ Τσάπσκι είναι μια χειροπιαστή απόδειξη της αθανασίας του Προυστ, ένα τεκμήριο της αιώνιας αξίας του, του φωτός που ακτινοβολεί ακόμα και μέσα στο πιο μαύρο σκοτάδι.

ΓΙΩΡΓΟΣ ΠΙΝΑΚΟΥΛΑΣ


[1] Józef Czapski, Ο Προυστ αντίδοτο στην κατάρρευση, μτφρ. Λίζυ Τσιριμώκου, Ποταμός, Αθήνα 2021, σελ. 67.

[2] Ό.π.

[3] Ό.π., σελ. 76.

[4] Ό.π., σελ. 79-80.

[5] Ό.π., σελ. 81.

[6] Ό.π., σελ. 81-82.

[7] Ό.π., σελ. 97.