Εκατό χρόνια Εμείς

Η κληρονομιά του αρχετυπικού δυστοπικού μυθιστορήματος του Γεβγκένι Ζαμιάτιν

του ΤΖΕΪΚΟΜΠ ΧΑΟΥΛΑΝΤ

Ο Γεβγκένι Ζαμιάτιν έγραψε το Εμείς το 1920, κατά τη διάρκεια του Ρωσικού Εμφυλίου Πολέμου. Ένας όχι και τόσο μακρινός καθρέφτης των δικών μας ταραγμένων και επικίνδυνων καιρών, το Εμείς γράφτηκε στην αυγή της σοβιετικής εποχής, αλλά εκδόθηκε πρώτη φορά στην ΕΣΣΔ το 1988, κατά τη δύση της. Το μυθιστόρημα, μια συνταρακτική προφητεία του ολοκληρωτισμού κι ένα κλασικό κείμενο της δυστοπικής λογοτεχνίας, υπήρξε ένα απ’ τα πολλά έργα που εξαιτίας τους υποκινήθηκε εκστρατεία εναντίον του συγγραφέα σε εφημερίδες και περιοδικά. Η εκστρατεία εντάθηκε αισθητά στο τέλος της δεκαετίας του 1920, αφότου αρκετές μεταφράσεις του Εμείς είχαν εκδοθεί στο εξωτερικό. Σ’ ένα γράμμα-έκκληση προς τον Στάλιν το 1931, ο Ζαμιάτιν ισχυρίστηκε πως υπέστη «μια πρωτοφανή μέχρι σήμερα στη σοβιετική λογοτεχνία δίωξη […] Έκαναν τα πάντα, προκειμένου να αποκλείσουν για μένα κάθε δυνατότητα περαιτέρω δουλειάς»[1]. Το θεατρικό έργο του Ο ψύλλος, που παιζόταν για μεγάλο χρονικό διάστημα, κατέβηκε από τη σκηνή· αρνήθηκαν να εκδώσουν έναν τόμο των Απάντων του· και τα βιβλία του, τα διηγήματα και τα δοκίμιά του απομακρύνθηκαν από τις βιβλιοθήκες, τους καταλόγους, τις λογοτεχνικές ιστορίες και τη διδακτέα ύλη, καθώς εντάχθηκε στις διογκούμενες τάξεις των λογοτεχνικών desaparecidos [εξαφανισμένων]. Το ανέβασμα του Αττίλα, μιας τραγωδίας για την οποία ο Ζαμιάτιν πίστευε πως «θα αναγκάσει επιτέλους να σωπάσουν όλοι όσοι θα ήθελαν να [τον] μετατρέψουν σε δαίμονα του σκότους»[2], ματαιώθηκε λίγο πριν από την πρεμιέρα του. Του απαγορεύτηκε ακόμη και να μεταφράζει. Αυτή η «ατμόσφαιρα συστηματικού εκφοβισμού», έγραψε στον Στάλιν, ισοδυναμούσε με «θανατική ποινή»[3].

Παρ’ όλα αυτά, ο Ζαμιάτιν υπήρξε τυχερός. Άλλοι συγγραφείς που, για να παραθέσουμε απ’ το ίδιο γράμμα, απέκτησαν «εγκληματικό όνομα» επειδή επέλεξαν «να υπηρετήσ[ουν] τη λογοτεχνία με μεγάλες ιδέες χωρίς να υπηρετ[ούν] μικρούς ανθρώπους»[4] υπέφεραν ακόμη περισσότερο. Ο Όσιπ Μαντελστάμ πέθανε στα Γκουλάγκ το 1938· ο Ισαάκ Μπάμπελ πυροβολήθηκε στο κεφάλι σε μια φυλακή της Μόσχας το 1940. Και οι τρεις άνδρες ήταν γενναίοι και ασυμβίβαστοι, όμως μόνο η τόλμη του Ζαμιάτιν τού έσωσε τη ζωή. Ο Στάλιν έκανε δεκτό το αίτημά του να εξοριστεί –μια καλή κουβέντα απ’ τον Μαξίμ Γκόρκι, υπέρμαχο της επίσημης σοβιετικής αισθητικής του σοσιαλιστικού ρεαλισμού, πρέπει να βοήθησε– και πέρασε τα τελευταία χρόνια της ζωής του στο Παρίσι, δυστυχισμένος, σε αφάνεια κι έχοντας κακή υγεία, όπου και πέθανε το 1937 στα πενήντα τρία του χρόνια.

Ο Μιχαήλ Μπουλγκάκοφ επεσήμανε πως «τα χειρόγραφα δεν καίγονται». Τουλάχιστον, δεν καίγονται όσα είναι πυρακτωμένα. Το Εμείς φυγαδεύτηκε από την ΕΣΣΔ και πρωτοεκδόθηκε το 1924, σε αγγλική μετάφραση. Μια τσέχικη μετάφραση εμφανίστηκε το 1927, μια γαλλική το 1929 με τον παραπλανητικό τίτλο Nous Autres [Εμείς οι άλλοι]. Ο Τζωρτζ Όργουελ έγραψε το 1946 μια βιβλιοκρισία για την τελευταία, και χρησιμοποίησε το βιβλίο ως πρότυπο για το 1984. Ο Όργουελ ισχυρίστηκε (αν και ο Άλντους Χάξλεϋ το αρνήθηκε) πως το Εμείς επηρέασε επίσης τον Θαυμαστό καινούργιο κόσμο. Το Εμείς είναι το σπουδαιότερο δυστοπικό μυθιστόρημα του εικοστού αιώνα, αλλά επιπλέον κι ένα απ’ τα λιγότερο γνωστά.

Ο Ζαμιάτιν συγκαταλέγεται ανάμεσα στους λιγοστούς ταλαντούχους συγγραφείς του εικοστού αιώνα που αντέδρασαν στην ιδεολογική τυραννία ενοποιώντας ποιητικά τη μαθηματική επιστήμη με τη φιλοσοφική ανθρωπολογία. Οι λογοτεχνικές τοπογραφίες της ψυχής που δημιούργησε ο Ντοστογιέφσκι ήταν η πρωταρχή κάθε τέτοιου εγχειρήματος. Ο υπόγειος άνθρωπός του ασφυκτιά εξαιτίας του ολιστικού πρακτικού λογισμού τού «φυσιολογικού», λογικού, θετικιστικού και προοδευτικού Ευρωπαίου: του 2+2꞊4 ως μαθηματικά αλάνθαστης κοινωνικής πολιτικής. Ο Ιβάν Καραμάζοφ, ωστόσο, επαναστατεί ενάντια σ’ αυτό που ο ισχυρογνώμων ευκλείδειος νους του θεωρεί ως ηθικά αδιανόητη απάντηση του χριστιανισμού στα ύψιστα ζητήματα της ανθρώπινης ελευθερίας, της οδύνης και της επιλογής ανάμεσα στο καλό και το κακό. Ο Πρίμο Λέβι, που οι γνώσεις του αναφορικά με τη χημεία και τον Δάντη τού εξασφάλισαν τροφή για την ψυχή του και ψωμί για το σώμα του στο Άουσβιτς (η επιστημονική του κατάρτιση του προσέφερε μια θέση γραφείου στη βιομηχανική περιοχή της Μπούνα), δημιούργησε καινούργιες μίξεις της επιστήμης και της ποίησης στο Εάν αυτό είναι άνθρωπος και στον Περιοδικό πίνακα. Ο χημικός μηχανικός Βασίλι Γκρόσμαν υπήρξε αριστοτέχνης της λογοτεχνικής αλχημείας αυτού του είδους· το έργο του Ζωή και πεπρωμένο, ένα μυθιστόρημα που επικεντρώνεται στη Μάχη του Στάλινγκραντ, περιγράφει την ολοκληρωτική κοινωνική φυσική τόσο της Σοβιετικής Ένωσης όσο και της ναζιστικής Γερμανίας.

Όντας καταρτισμένος επιστήμονας, ο Ζαμιάτιν σχεδίασε και επέβλεψε την κατασκευή των παγοθραυστικών στην Αγγλία κατά τη διάρκεια του Μεγάλου Πολέμου. Στο Εμείς, τα μαθηματικά (η γλώσσα του ολοκληρωτικού Μονοκράτους) και η ποίηση (η γλώσσα των επαναστατημένων αντιπάλων του) είναι οι αντίποδες γύρω απ’ τους οποίους συγκλίνουν οι θεμελιώδεις αντιθέσεις της ανθρώπινης ζωής: η αναγκαιότητα και η ελευθερία· η τάξη και το χάος· η εντροπία και η ενέργεια· η λογική και ο ανορθολογισμός· η χρησιμότητα και η ομορφιά· η βία και ο έρωτας· η ηρεμία και η αγριότητα· η κοινωνική ολότητα και το ατομικό άπειρο. Το δράμα του Εμείς εκτυλίσσεται στον φορτισμένο χώρο μεταξύ αυτών των πόλων: ένα πεδίο ηλεκτρικής έλξης και άπωσης όπου τα αντίθετα συγχωνεύονται, κάθε ενότητα διασπάται και τίποτα δε μένει ακίνητο για πολύ.

Το Εμείς παίρνει τη μορφή του ημερολογίου που κρατά ο D-503, ο κατασκευαστής του Ολοκληρωτή, ενός διαστημοπλοίου του οποίου η αποστολή –να φέρει τη «μαθηματικά σίγουρη ευτυχία»[5] του Μονοκράτους στους «παχουλο[ύς] και ροδομάγουλο[υς] κ[ατοίκους] της Αφροδίτης» και τους «κ[ατοίκους] του Ουρανού, καπνισμένο[υς] σαν σιδεράδες»[6]– θα «ολοκληρώσε[ι] την αόριστη εξίσωση του διαστήματος»[7]. Το ημερολόγιο ανταποκρίνεται στην κρατική έκκληση για φυλλάδια τα οποία θα εξυμνούν την «ομορφιά και το μεγαλείο» του καθεστώτος –που ιδρύθηκε πριν από έξι αιώνες, μετά από έναν παγκόσμιο πόλεμο που εξολόθρευσε το 80 τοις εκατό του ανθρώπινου πληθυσμού– με σκοπό να περιληφθεί στο φορτίο του σκάφους. Ο D-503 αντιμετωπίζει μια μοναδική συγγραφική πρόκληση: «Κάποιοι συγγραφείς απευθύνονταν στους ανθρώπους της εποχής τους, άλλοι στους μεταγενέστερους, αλλά ποτέ κανείς δεν απευθύνθηκε στους προγόνους του ή σε ανθρώπους παρόμοιους με τους μακρινούς, άγριους προγόνους του…»[8]. Ο Ζαμιάτιν έγραφε για όλους τους παραπάνω αποδέκτες κατά την ιστορική στιγμή όπου μια αβάσταχτη για τους ανθρώπους ιδεολογία απειλούσε να συνθλίψει τους πολιτισμικούς αρμούς που συνέδεαν το παρελθόν και το μέλλον, τη μνήμη και την ελπίδα, κι ένα άλλου είδους «ηλεκτρικό, φλεγόμενο»[9] διαστημόπλοιο ετοιμαζόταν να ενσωματώσει βίαια πολυπληθή έθνη (η Σοβιετική Ένωση ιδρύθηκε το 1922). Το Εμείς δείχνει πως καμία μαθηματική ή πολιτική φόρμουλα δεν μπορεί να εκφράσει την ένταση του νοήματος που εμπερικλείεται στην ακανόνιστη επιφάνεια της ανθρώπινης ζωής. Μόνο η ελεύθερη ποιητική φαντασία μπορεί να πραγματοποιήσει αυτή την αναγκαία ενοποίηση.

Η αντίθεση ανάμεσα στην ποίηση και στα μαθηματικά διαδραματίζει κεντρικό ρόλο στην Πολιτεία του Πλάτωνα, του φιλοσόφου-ποιητή του οποίου (πλάι στον Ντοστογιέφσκι) ο Ζαμιάτιν αποτελεί τον πιο άμεσο απόγονο. Η ελληνική λέξη ποίησις σημαίνει απλώς «δημιουργία»· ωστόσο, η γνώση μάλλον αποκτάται παρά δημιουργείται. Στην Πολιτεία, αυτή η φιλοσοφικά θεμελιώδης διάκριση καταρρέει· οι εικόνες, οι μύθοι και η δραματική πράξη του διαλόγου αποτελούν πρωταρχικό μέσο απόκτησης της γνώσης, ενώ οι μαθηματικά καταρτισμένοι φιλόσοφοι-βασιλείς που κυβερνούν την Καλλίπολη, την Άριστη και Ωραία Πόλη, είναι θεωρητικοί και πολιτικοί οικιστές. Όντας αρχαία πρότυπα των σύγχρονων ιδεολόγων του ολοκληρωτισμού, είναι αφηρημένοι και δογματικοί στη θεωρία, στυγνοί και χειριστικοί στην πράξη.

Η Καλλίπολις απεργάζεται πολιτικώς χρήσιμα ψεύδη προκειμένου να ενδυθεί μιαν αύρα θρησκευτικής ιερότητας· κατασκοπεύει τους πολίτες της· καταργεί την ατομική ιδιοκτησία, το γάμο και την οικογένεια· ρυθμίζει ευγονικά την αναπαραγωγή (ενώ ταυτόχρονα ενθαρρύνει τη σεξουαλική ελευθεριότητα μέσα στην αστυνομική τάξη των Φυλάκων)· ανατρέφει τα παιδιά σε αγέλες· και ανέχεται τους καλλιτέχνες και τους ποιητές μόνο στον βαθμό που αυτοί υπηρετούν το Κράτος. Το Μονοκράτος διαθέτει αυτά τα χαρακτηριστικά κι ακόμα περισσότερα. Στο Εμείς ο Ζαμιάτιν μεταθέτει με τη φαντασία του την ιδεολογική οίκισιν της Καλλίπολης σε μια εποχή προηγμένης τεχνολογίας και επιστημονικής διακυβέρνησης. Οτιδήποτε καλό προέρχεται από τον Ευεργέτη, τον οποίο ο D-503 παρατηρεί με ιερό δέος και χαμηλωμένο βλέμμα («Το μόνο που έβλεπα ήταν τα σιδερένια Του χέρια να αναπαύονται στα γόνατά Του»[10]). Οι κάτοικοι του Μονοκράτους αποκαλούνται «αριθμοί». Τα αρσενικά ονόματα σχηματίζονται από ένα σύμφωνο που ακολουθείται από έναν μονό αριθμό, τα θηλυκά από ένα φωνήεν κι έναν ζυγό αριθμό. Τα παιδιά δε γαλουχούνται ούτε ανατρέφονται σε αγέλη, αλλά διαμορφώνονται και τελειοποιούνται στις Εγκαταστάσεις Ανατροφής Παιδιών. Το καθεστώς είναι ένα πανοπτικόν: τα διαμερίσματα, οι δρόμοι, ακόμη και το διαστημόπλοιο Ολοκληρωτής είναι φτιαγμένα από γυαλί και οι συνομιλίες καταγράφονται από ευαίσθητες μηχανικές μεμβράνες τοποθετημένες στους δρόμους. (Ωστόσο, οι κατάσκοποι ή οι «Φρουροί» είναι ακόμη αναγκαίοι.) Οι εγκληματίες μετατρέπονται σε χημικά καθαρό νερό κατά τη διάρκεια πολιτικοθρησκευτικών τελετών απονομής δικαιοσύνης, όπου ποιητές τραγουδούν ύμνους προς το Μονοκράτος τους οποίους έχουν συνθέσει ειδικά για την περίσταση. Αυτά τα τεχνολογικά θαύματα καταδεικνύουν με παραστατικό τρόπο τη δύναμη του καθεστώτος και την αποτελεσματικότητα της μαθηματικής του επιστήμης. Ακόμη και το πρόβλημα της ανθρώπινης ευτυχίας, διατυπωμένο ως ε=ευ/φ (ευδαιμονία δια του φθόνου) έχει επιλυθεί με τη μείωση ουσιαστικά του παρονομαστή στο μηδέν: ο Lex Sexualis [Σεξουαλικός Νόμος] διακηρύσσει ότι «[κ]άθε Αριθμός έχει δικαίωμα πρόσβασης σε οποιονδήποτε άλλον Αριθμό ως σεξουαλικό αγαθό»[11]. Όπως στην Καλλίπολη, η αιμομιξία –μια πρακτική που οι αρχαίοι υπό κανονικές συνθήκες συνέδεαν με την τυραννία– συνιστά προδιαγεγραμμένη κατάληξη.

Ο Ζαμιάτιν επιπλέον χρωστά, σε μεγάλο βαθμό, στον Πλάτωνα και στους αρχαίους Έλληνες την αντίληψή του αναφορικά με την ένταση που υπάρχει μέσα στην ανθρώπινη ψυχή μεταξύ του θυμού (στον οποίο περιλαμβάνεται η υπερηφάνεια και η επιθετικότητα) και του έρωτα (της ερωτικής αγάπης). Σε δράματα όπως οι Βάκχες του Ευριπίδη, αυτά τα πάθη προκαλούν μεγάλη οδύνη· για τον Αριστοφάνη, η σύγκρουσή τους είναι κωμική όσο και τραγική. Στη Λυσιστράτη, μια κωμωδία που ανέβαινε συχνά κατά τη διάρκεια του πολέμου στο Βιετνάμ, οι γυναίκες της Αθήνας και της Σπάρτης προχωρούν σε σεξουαλική απεργία για να σταματήσουν τον Πελοποννησιακό πόλεμο. Ο Αριστοφάνης, συν τοις άλλοις, πραγματεύεται την επιθετικότητα της ιδεολογίας. Το αδιέξοδο που βιώνει ο πρωταγωνιστής του Εμείς D-503, στον οποίο προκαλεί αποστροφή το ενδεχόμενο να υποχρεωθεί σε σεξουαλική επαφή με τη μεγαλύτερη U (που τα κρεμασμένα μάγουλά της του θυμίζουν βράγχια ψαριού), είναι αντλημένο κατευθείαν από τις Εκκλησιάζουσες του Αριστοφάνη. Εμπνευσμένος από τους αρχαίους Έλληνες, ο Φρόυντ εντοπίζει το ερωτικό πάθος και το θυμό στα σκοτεινά βάθη της ψυχής· στο Ο πολιτισμός πηγή δυστυχίας, που εκδόθηκε τρία χρόνια πριν από την άνοδο του Χίτλερ στην εξουσία, υπαινίσσεται πως το μέλλον του πολιτισμού έγκειται πλέον στο ερώτημα εάν θ’ αποδειχθεί νικηφόρος ο έρωτας ή η επιθετικότητα.

Παιγνιώδες και τραγικό, το Εμείς είναι επηρεασμένο απ’ όλους αυτούς τους συγγραφείς. Αφηγείται την ιστορία της τρομακτικής και ευχάριστης ανακάλυψης από τον D-503 αρχέγονων και απειράριθμων δυνάμεων –το ψυχολογικό ισοδύναμο των άρρητων αριθμών ή ακόμη κι εκείνων που είναι φανταστικοί όπως ο √-1– οι οποίες δεν μπορούν να ελεγχθούν σε ικανοποιητικό βαθμό όταν ξεπηδούν από μέσα του. Αιώνες ευγονικής δεν έχουν απαλείψει συγκεκριμένα πρωτόγονα χαρακτηριστικά: τα τριχωτά χέρια του D-503 ή τα παχιά «αφρικανικά»[12] χείλη του στενότερού του φίλου, του ποιητή R-13. (Αυτοί οι άνδρες μπορεί επίσης να κατάγονται από αριθμούς που ζευγάρωσαν παρανόμως με τους άγριους και δασύτριχους ανθρώπους που ζουν πέρα από το Πράσινο Τείχος της πόλης.) Ο Πλάτωνας, επίσης, συγκρίνει τα ανθρώπινα όντα με τους άρρητους αριθμούς, τα οποία η κατηχητική εκπαίδευση της Καλλίπολης προσπαθεί να κάνει μετρήσιμα και εξισωμένα, σε συμφωνία με αυτό που ο Ρώσος συμβολιστής συγγραφέας Αντρέι Μπέλυ ονόμαζε «η επίπεδη γεωμετρία του κράτους».

Η Καλλίπολις εκφυλίζεται επειδή οι πολίτες της επιδίδονται σε παράνομη σεξουαλική αναπαραγωγή. Στο Εμείς είναι ο έρωτας των μη αναγώγιμων συγκεκριμένων ατόμων που οδηγεί κάθε βασικό ήρωα να παραβιάσει με τον ένα ή τον άλλο τρόπο τον νόμο, και το Μονοκράτος να καταρρεύσει σ’ ένα είδος γενεσιουργού χάους. Όσο εξελίσσεται το μυθιστόρημα, ο D-503 εμπλέκεται σε μια επαναστατική σέκτα που ονομάζεται Μέφι και αναπτύσσει ψυχή – μια «ανίατη» ασθένεια ριζωμένη στη φαντασία, όπως μαθαίνει σε μια κωμική σκηνή που εκτυλίσσεται στο Ιατρικό Τμήμα. Οι αριθμοί του Μονοκράτους δεν έχουν ψυχή, για τον ίδιο λόγο που «δεν έχουμε πούπουλα ή φτερά, παρά μόνο τις ωμοπλάτες όπου θα ήταν κολλημένα. Διότι δεν χρειαζόμαστε πλέον φτερά. […] Τα φτερά είναι για να πετάς, όμως εμείς δεν έχουμε να πετάξουμε προς κάπου»[13]. Όμως η φαντασία του D-503 είναι οφθαλμοφανής ακόμα και στην πρώτη ημερολογιακή καταχώρηση: «Καθώς τα γράφω αυτά, αισθάνομαι τα μάγουλά μου να καίνε. Ίσως κάπως έτσι να αισθάνεται και μια γυναίκα όταν πρωτονιώθει μέσα της τον παλμό του νέου μικρού ατόμου, μικροσκοπικού ακόμη και τυφλού».[14]

Τα φτερά του D-503 αρχίζουν να ξεφυτρώνουν όταν συναντά τη μυστηριώδη και γοητευτική I-330, που τον συγκινεί όπως ένας άγνωστος X, «ένας παράλογος συντελεστής που χώνεται τυχαία μέσα στην εξίσωσή σου και δεν απλοποιείται»[15]. Ο γιατρός που τον εξετάζει στο Ιατρικό Τμήμα εξηγεί πως μια ψυχή μοιάζει με «μια επίπεδη επιφάνεια, ένα καθρέφτη, για παράδειγμα»[16].

Αλλά για φαντασθείτε, τώρα, ότι μια φλόγα έχει μαλακώσει την αδιαπέραστη επιφάνεια και τίποτα πια δεν περνά εφαπτομενικά πάνω της […] Η επιφάνεια έχει αποκτήσει μάζα, έχει γίνει σώμα, ολόκληρος ο κόσμος είναι μέσα στον καθρέφτη, μέσα σε σας: ο ήλιος, η ριπή της προπέλας του αεροκίνητου, τα τρεμάμενα δικά σας χείλη αλλά και τα χείλη κάποιου άλλου.[17]

Όταν η Ι-330 –της οποίας το όνομα ο Ζαμιάτιν γράφει στο λατινικό και όχι στο κυριλλικό αλφάβητο, και τις περισσότερες φορές το συντομεύει σε Ι– του δίνει μια γουλιά (παράνομου) λικέρ καθώς τον φιλά στο στόμα, ο D-503 αρχίζει να περιστρέφεται σαν πλανήτης που περιφέρεται «σε μια τροχιά που ακόμη δεν έχει υπολογιστεί»[18]. Τότε ακριβώς συνειδητοποιεί ότι «περπατάμε όλη την ώρα πάνω σε μια αναβράζουσα, κατακόκκινη θάλασσα φωτιάς, κρυμμένη εκεί κάτω στα έγκατα της γης. Αλλά ποτέ δεν το σκεφτόμαστε. Και τότε, ξαφνικά, το λεπτό κέλυφος κάτω από τα πόδια μας μετατρέπεται σε γυαλί και ξαφνικά βλέπουμε…»[19] Αυτό του θυμίζει το σύμβολο του Μέφι, «ενός φτερωτού νέου με διάφανο σώμα κι ένα βαθυκόκκινο, εκτυφλωτικά λαμπερό κάρβουνο στη θέση της καρδιάς»[20]. Με τη δική του νέα, διάφανη ψυχή, ο D-503 βλέπει έναν σωσία του εαυτού του, έναν άγριο που φλέγεται από έρωτα και ζήλια – ο οποίος «μόλις που έβγαζε τα τριχωτά του χέρια έξω από το κέλυφός του, όμως τώρα βγήκε ολόκληρο[ς] έξω, το κέλυφος ράγισε»[21].

Φτερά, βέβαια, έχουν οι πεπτωκότες άγγελοι, όπως επίσης και οι νεοσσοί της φιλοσοφίας. Η βίωση του έρωτα απ’ τον D-503 ως ελκτικού και ταυτόχρονα απωθητικού μαγνητισμού δεν ολοκληρώνεται σε μια φιλοσοφική θέαση του Αγαθού πέρα από το Είναι, αλλά στην αποκάλυψη ενός απόρθητου στοιχείου υπερβατικότητας στον πυρήνα της ανθρώπινης ύπαρξης. Μαθαίνει ότι τα επιμέρους ανθρώπινα όντα είναι πραγματικές, ακατανόητες αλλά όχι μη γνώσιμες, απειρότητες. Στο Εμείς, αυτή η επιφάνεια (epiphany) συμπίπτει με μια πολιτική αποκάλυψη που θρυμματίζει τις κρυστάλλινες αφαιρέσεις και τις ολιστικές κατασκευές του Μονοκράτους. Η βίωση του πόνου και της προδοσίας απ’ τον D-503 επιβεβαιώνει την παρατήρηση της I-330 ότι «αγαπάς μόνο αυτόν που αρνείται να υποταχθεί»[22] – και αυτό το παράδοξο, όπως διακήρυξε ο χριστιανός υπαρξιστής Σαίρεν Κίρκεγκωρ, είναι το «πάθος της σκέψης».

Ο Ζαμιάτιν οφείλει πάρα πολλά στον Ντοστογιέφσκι, στον οποίο παραπέμπει έμμεσα σε όλες σχεδόν τις σελίδες του Εμείς, και στου οποίου την αξεπέραστη απεικόνιση της θρησκευτικής ψυχολογίας του επαναστατικού σοσιαλισμού στηρίζεται το σύνολο του έργου. Το Μονοκράτος είναι ο ολοκληρωμένος Πύργος της Βαβέλ που προέβλεψε ο Μεγάλος Ιεροεξεταστής των Αδερφών Καραμάζοφ ως την τελική λύση στο αίνιγμα της ιστορίας. Είναι η ιδανική πολιτική ενσάρκωση αυτού που ο Ντοστογιέφσκι χαρακτηρίζει ως τη χριστιανική αίρεση η οποία εφορμά στον ουρανό εν ονόματι του ανθρώπου –καθενός άντρα και καθεμιάς γυναίκας–, μόνο για να υψώσει στη θέση του Θεού, που η ενσάρκωσή του καταδεικνύει την αξιοπρέπεια και την αξία κάθε ανθρώπινης ζωής, την αφηρημένη, ποσοτική στην ουσία, ιδέα της Ανθρωπότητας. Το ομοιογενές πλήθος αντικαθιστά το μοναδικό άτομο στην εσωτερική του απειρότητα. Αυτή η απάτη –η απατηλή αντικατάσταση της ποιότητας από την ποσότητα– χαρακτηρίζει την ιδεολογική τυραννία, στην πραγματικότητα τη Νεωτερικότητα καθ’ αυτή. Όπως έγραψε ο Ντοστογιέφσκι στις σημειώσεις του για το μυθιστόρημα, «όσοι αγαπούν τους ανθρώπους γενικά μισούν τους συγκεκριμένους ανθρώπους».

Ο Θρύλος του Μεγάλου Ιεροεξεταστή αντικατοπτρίζει το πνευματικό μαρτύριο του συγγραφέα του, του Ιβάν Καραμάζοφ. Όπως ο Ιεροεξεταστής, ο Ιβάν «παραδέχ[εται] το Θεό απλά και σκέτα»[23], αλλά απορρίπτει τη θεϊκή δημιουργία. Για να παραπέμψουμε και πάλι στον Κίρκεγκωρ, ο Ιβάν βρίσκει όλη την πραγματικότητα ασύμμετρη προς την αγάπη του Θεού. Δεν μπορεί να βρει διανοητική λύση στο πρόβλημα της θεοδικίας, το οποίο γι’ αυτόν συμπυκνώνεται στην αδυνατότητα λύτρωσης από τον πόνο έστω και ενός μόνο αθώου παιδιού. «Αν υπάρχει Θεός», επιμένει ο Ιβάν, «κι αν πραγματικά δημιούργησε τη γη, τότε, όπως ξέρουμε όλοι, τη δημιούργησε σύμφωνα με την γεωμετρία του Ευκλείδη»[24]. Και όμως, οι χριστιανοί «τολμούν […] να φαντάζονται πως δυο παράλληλες ευθείες, που σύμφωνα με τον Ευκλείδη είναι αδύνατο να συναντηθούνε σ’ αυτή τη γη, ίσως και να συναντιόνται κάπου στο άπειρο»[25]. Ο Ιβάν όμως θα ήξερε (όπως ήξερε σίγουρα ο Ντοστογιέφσκι) ότι οι παράλληλες ευθείες μπορούν να συναντηθούνε στη γη. Μέσω του Μεγάλου Ιεροεξεταστή, προτείνει μια ευκλείδεια ή επίπεδη λύση σ’ ένα πρόβλημα σφαιρικής γεωμετρίας – στο πρόβλημα της ανθρώπινης ψυχής ως «κόσμου». Αυτή η καταναγκαστική πολιτική λύση, η επιπέδωση και ισοπέδωση της ανθρώπινης ζωής, οφείλεται στη σκόπιμη αγνόηση μιας ολόκληρης διάστασης της ανθρώπινης ύπαρξής μας.

Ο Ιησούς, λέει ο Θρύλος, επιστρέφει στη γη στη Σεβίλλη, την εποχή που η δράση της ισπανικής Ιεράς Εξέτασης ήταν στο αποκορύφωμά της. Οι άνθρωποι τον αναγνωρίζουν και τον ακολουθούν, αλλά πειθήνια κάνουν στην άκρη όταν συλλαμβάνεται απ’ τον Μεγάλο Ιεροεξεταστή. Ο Μέγας Ιεροεξεταστής ενημερώνει τον Ιησού ότι θα καεί στην πυρά και έπειτα ανοίγει την καρδιά του μετά από ενενήντα χρόνια σιωπής. Ο Ιησούς, λέει, επιθυμούσε ο άνθρωπος «με ελεύθερη καρδιά να αποφασίζει από δω και μπρος ποιο είναι το καλό και ποιο το κακό, έχοντας μοναδικό του οδηγό τη μορφή [Τ]ου»[26]. Έτσι, υπερεκτίμησε πάρα πολύ την «ανίσχυρη, τη[ν] πάντα χυδαία και διεφθαρμένη» «ανθρώπινη ράτσα».[27] Ο Ιησούς επέλεξε «όλα εκείνα που ήταν ανώτερα από τις δυνάμεις των ανθρώπων», σαν να «μην τους αγαπούσε καθόλου»[28]. Διότι, ενώ η ελευθερία της συνείδησης είναι προϋπόθεση του ουράνιου άρτου, «η ελευθερία και το γήινο ψωμί ούτε κατά διάνοια δεν είναι δυνατό να επαρκέσουν για όλους, γιατί ποτέ, ποτέ τους δε θα καταφέρουν να το μοιράσουν μεταξύ τους»[29]. Από τη στιγμή που η Εκκλησία πήρε «τη Ρώμη και το ξίφος του Καίσαρα»[30], προσπάθησε να διορθώσει το λάθος του Ιησού με την κάλυψη του ονόματός του. Η «ελεύθερη σκέψη και η επιστήμη» όμως, προφητεύει, θα οδηγήσουν σε «φριχτό σημείο σκλαβιάς και ταραχής»[31]. Ως αποτέλεσμα της πείνας, της ανθρωποφαγίας και των πολέμων αφανισμού, οι επιζήσαντες «αδύναμοι και δυστυχισμένοι, θα συρθούν στα πόδια μας»[32]. Ένα νέο καθεστώς θα εγκαθιδρυθεί τότε, ένα καθεστώς που, με τη βοήθεια της προμηθεϊκής «φωτιάς τ’ ουρανού» (της τεχνολογίας), θα εξασφαλίσει αδιαμφισβήτητη εξουσία ως ο μοναδικός προμηθευτής γήινου ψωμιού, θα πάρει τον έλεγχο της αγωνιώδους ηθικής συνείδησης των ανθρώπων και θα ενώσει τα ανθρώπινα όντα σε μια «αναμφισβήτητη, γενική και ομονοούσα μυρμηγκοφωλιά»[33]. Μόνο τότε ο «φοβερός πύργος της Βαβέλ» θα ολοκληρωθεί, και «θα θεμελιωθεί για τους ανθρώπους η βασιλεία της ειρήνης και της ευτυχίας»[34].

Η βεβαιότητα του Μεγάλου Ιεροεξεταστή ότι ο νέος πύργος της Βαβέλ θα λύσει τις «άλυτες αντιφάσεις της ανθρώπινης φύσης σ’ όλη τη γη»[35] είναι ένα άρθρο πίστης. Ριζώνει σε αυτό που βλέπει ως την υπεράνθρωπη σοφία των «τριών ερωτημάτων» με τα οποία «το φοβερό και σοφό πνεύμα, το πνεύμα της αυτοκαταστροφής και της ανυπαρξίας»[36] εκπείρασε τον Ιησού μετά από τις σαράντα μέρες νηστείας στην έρημο (Κατά Ματθαίον 4,1-11· Κατά Λουκάν 4,1-13). Διατυπωμένη όχι από ένα «πρόσκαιρο ανθρώπινο μυαλό μα [από] νου αιώνιο κι απόλυτο»[37], η προσφορά του Διαβόλου, μια προσφορά θεμελιωμένη «στο θαύμα, στο μυστήριο και στο κύρος»[38], δε συνιστά τίποτε άλλο παρά την αποκάλυψη «όλη[ς] τη[ς] μελλούμενη[ς] ιστορία[ς] του κόσμου και της ανθρωπότητας»[39]. Σε αυτή την επιστημονική και πολιτική τριάδα δεν έγκειται η πνευματική σωτηρία των δεκάδων χιλιάδων που έχουν αρκετή δύναμη ώστε ν’ απαρνηθούν το γήινο ψωμί, αλλά η φυσική σωτηρία των χιλιάδων εκατομμυρίων που δεν έχουν αυτή τη δύναμη.

Ο Μέγας Ιεροεξεταστής ενστερνίζεται τον επαναστατικό χιλιασμό με θρησκευτικό ζήλο. Η μελλοντική του «βασιλεία της ειρήνης και της ευτυχίας» είναι μια επίγεια Εδέμ που κατοικείται από ενήλικες οι οποίοι ποτέ δε δοκίμασαν τον απαγορευμένο καρπό του καλού και του κακού και θα επιβραβευτούν για την παιδιάστικη υπακοή τους με «αθώες» ζωικές απολαύσεις, περιλαμβανομένων «συζύγων και ερωμένων». Η συναλλαγή με τον Διάβολο όμως κοστίζει την ψυχή σου, και αυτό το γήινο ψωμί πληρώνεται με πνευματική λιμοκτονία. Ο Μέγας Ιεροεξεταστής αξιώνει την υπέρβαση του χριστιανισμού σε σοφία και συμπόνια –«εμείς θα πούμε πως αυτοί [οι ακόλουθοι του Ιησού] σώσανε μονάχα τον εαυτό τους κι εμείς σώσαμε τους πάντες»[40]–, αλλά αρνείται ν’ αναγνωρίσει την ελευθερία και την αξιοπρέπεια του ανθρώπινου προσώπου. Βλέπει τη μελλοντική πορεία της ιστορίας ως αναγκαία συνέπεια της εντομοειδούς φύσης του ανθρώπου, και συνεπώς ως «πρόβλημα» για το οποίο υπάρχει «λύση». Εφαρμόζει έναν πολιτικό υπολογισμό του γήινου ψωμιού, «γενναία» ψεύδη και βία –χονδροειδείς διαστρεβλώσεις του πνευματικού θαύματος, του μυστηρίου και του κύρους στον πυρήνα του χριστιανισμού– που περιορίζει όσο περισσότερο μπορεί το εύρος της ηθικής αυτενέργειας. Απ’ όλες αυτές τις απόψεις, είναι το πρότυπο του ανθρωπιστή Αντιχρίστου της ύστερης Νεωτερικότητας.

Όταν ο Διάβολος έρχεται αντιμέτωπος με τον Ιβάν ως ψευδαισθητικός σωσίας παρακάτω στους Αδερφούς Καραμάζοφ, περιγράφει τον εαυτό του ως ένα φασματικό «X σε μιαν αόριστη εξίσωση»[41], το οποίο ταξιδεύει μέσα στο κρύο κενό του εξώτερου διαστήματος («φαντάσου: Εκατόν πενήντα βαθμοί κάτω απ’ το μηδέν!»[42]) μόνο και μόνο για να «αρνιέται»[43]. Ο Ζαμιάτιν πιάνεται απ’ αυτούς τους υπαινιγμούς και κάνει τις αναγκαίες θερμοδυναμικές προσαρμογές. Εντοπισμένο στις εσχατιές του Βορρά, όπου η ηλιακή ακτινοβολία και οι συγκλίνουσες γραμμές του πολικού μαγνητισμού συνδυάζονται και δημιουργούν το βόρειο σέλας, το Μονοκράτος –η επιβλητική «αποκρυστάλλωση» της προφητείας του Μεγάλου Ιεροεξεταστή– συνδέεται με την εντροπία και το «μείον 273°», το απόλυτο μηδέν.[44] Ο ολοκληρωτικός παράδεισος είναι ο παγωμένος βυθός της Κόλασης του Δάντη, όπου ο τριπρόσωπος Σατανάς, ψηλότερος από ουρανοξύστη και παγιδευμένος σε μεγάλα στρώματα πάγου, ροκανίζει αιωνίως τις νεκρές ψυχές. Ενώ όμως οι ένστολοι και εν χρω κεκαρμένοι αριθμοί του Μονοκράτους παρελαύνουν σε σειρά και στοιχίζονται κάτω από τη σημαία παγωμένων αφαιρέσεων, βαδίζοντας προς τη δουλειά τους σαν κατάδικοι σε στρατόπεδο εργασίας, οι επαναστάτες του Εμείς συνδέονται με τη φωτιά, με την ενέργεια και με το «βασανιστήριο μιας αδιάκοπης κίνησης»[45] – εν ολίγοις, με τη ζωή.

Το ημερολόγιο του D-503 έχει τον βιβλικό αριθμό των σαράντα καταχωρήσεων· τελειώνει όταν η προέλαση των Μέφι από τις δυτικές περιοχές της πόλης προσκρούει σ’ «ένα προσωρινό τείχος με ηλεκτρομαγνητικά κύματα υψηλής τάσης» που χτίστηκε στην «Τεσσαρακοστή Λεωφόρο», «η οποία διασχίζει την πόλη».[46] Οι μεγάλοι εξαγνισμοί του Κατακλυσμού και της Εξόδου (που πήραν δύο γενιές για να ξεριζώσουν τη δουλική ειδωλολατρία) αποτελούν τη βάση του Εμείς, αλλά ο πειρασμός του Ιησού παραμένει το σημαντικότερο στοιχείο. Θέτοντας ως βάση του κεντρικού ηθικού δράματος του Εμείς αυτό το επεισόδιο, ο Ζαμιάτιν γράφει μια νέα λογοτεχνική εξίσωση, που η αδύνατη λύση της είναι √-1 – ένας αριθμός που μπορεί να συλληφθεί μόνο ως ταυτόχρονα θετικός και αρνητικός. Έτσι, αποκηρύσσει τη δυαδική λογική του ολοκληρωτισμού, που μετατρέπει κάθε ζήτημα συνείδησης σε επιλογή μεταξύ απάνθρωπων άκρων.

Ο D-503 διακηρύσσει ότι οι χριστιανοί είναι οι «μόνοι πρόδρομοι»[47] του Μονοκράτους· η Ι-330 περιγράφει τους επαναστάτες ως «αντιχριστιανούς»[48]. Και όμως, ο Μέγας Ιεροεξεταστής επιπλήττει τον Ιησού που επέλεξε «ό,τι πιο ασυνήθιστο, ενδεχόμενο και αόριστο»[49]. Στο «εκνευριστικό Χ» που σχηματίζουν το στόμα και τα φρύδια της Ι-330, ο D-503 βλέπει «έναν σταυρό. Το πρόσωπο της ήταν σαν διαγραμμένο.»[50] Ο Μεφιστοφελής του Γκαίτε, που επαναφέρει το σφυγμό της ζωής στον πνευματικά εξαντλημένο Φάουστ, παρατηρεί ότι ο άνθρωπος μοιάζει με «τη μακρόποδη ακρίδα, που πετά / ολοένα και πηδά πετώντας», και χρησιμοποιεί τη λογική για να γίνει «μόνο κτήνος χειρότερο απ’ τα κτήνη».[51] Αυτό επιβεβαιώνεται στο τέλος του Εμείς, που παρουσιάζει με τον εντονότερο τρόπο τη σταυρική επιλογή την οποία είναι αναγκασμένος να κάνει κάθε άνθρωπος –και σίγουρα κάθε συγγραφέας– σε μια ολοκληρωτική κοινωνία. Η Ι-330 διατηρεί την ελευθερία και την αξιοπρέπειά της ακόμα και στην Αίθουσα Αερίου, όπου τη βάζουν ξανά και ξανά σε κενό αέρος αλλά εκείνη αρνείται να προδώσει οποιονδήποτε. Ο D-503 αναγκάζεται να υποστεί τη Μεγάλη Εγχείρηση, που καταστρέφει τη φαντασία του. Η μία πεθαίνει σωματικά, ο άλλος πνευματικά. Ποιος πνίγεται εδώ και ποιος σώζεται;

Ακόμη και μετά την Εγχείρηση, ο D-503 μπορεί ακόμα να γράψει ότι «αφαίρεσαν κάτι σαν όγκο από το κεφάλι μου»[52]. Αυτή η ελάχιστη αναλαμπή του παλιού ευφάνταστου εαυτού του υποδεικνύει ότι ίσως δεν υπάρχει τέλεια τεχνολογική λύση στο πρόβλημα της ανθρώπινης ψυχής. Από την άλλη πλευρά όμως, έχασε την ικανότητα να γελά, μια φυσική και αυθόρμητη αντίδραση στον παραλογισμό, που μαρτυρείται ακόμα και στα μωρά, και που μπορεί να υπερβεί τις πιο κοινότοπες μορφές του κακού. Ο σκληρός και αγέλαστος ματερναλισμός του Μονοκράτους ενσαρκώνεται στο χαρακτήρα της U, η οποία αναφέρει τα παιδιά που έχει υπό την επίβλεψή της στις Εγκαταστάσεις Ανατροφής Παιδιών στους Φρουρούς, διότι τη ζωγράφισαν ως καρικατούρα ψαριού, και έπειτα τα υποβάλλει στην Εγχείρηση. Το γέλιο όχι μόνο αποκαλύπτει στον D-503 ότι ο Ευεργέτης είναι απλώς ένας άνθρωπος που «το φαλακρό του κρανίο [είναι] καλυμμένο με μικροσκοπικές σταγόνες ιδρώτα»[53]· επιπλέον, τον σώζει απ’ το να δολοφονήσει την U μ’ ένα έμβολο τυλιγμένο στο μεταμυθοπλαστικό χειρόγραφο του Εμείς.

Για τον Ζαμιάτιν, τα μαθηματικά είναι θάνατος. Το παράδοξο της ιστορίας είναι ότι δημιουργείται από τις ελεύθερες πράξεις των ανθρώπινων όντων αλλά καταλήγει να είναι η αιώνια επιστροφή του ίδιου. Όπως οι πλανήτες που χαράσσουν ελλειπτικές τροχιές γύρω από τον Ήλιο, οι κοινωνίες πλησιάζουν πάντα ή απομακρύνονται από το ουράνιο φως που ο Πλάτωνας ονομάζει Αγαθό και η Βίβλος ονομάζει Θεό. Ο D-503 πιστεύει ότι το ημερολόγιό του θα είναι «προϊόν της ζωής μας, της μαθηματικά τέλειας ζωής του Μονοκράτους»[54]. Είναι μια εντυπωσιακή απεικόνιση της γενικής σχέσης μεταξύ του ατόμου και της κοινωνίας σε οποιαδήποτε εποχή. Το δώρο όμως της ελευθερίας είναι κάτι περισσότερο από τη δυνατότητα της συμμόρφωσης. Είναι επίσης η δυνατότητα της υπέρβασης, της άρνησης –σε μικρά και μεγάλα πράγματα, και ίσως σε κάποια κρίσιμη και καθοριστική στιγμή– να επιτρέψει κανείς να είναι η ζωή του απλώς μια κανονική λειτουργία της καμπύλης που καθορίζεται απ’ το άθροισμα όλων των ζωών.

Ο Ζαμιάτιν έγραψε σε μια αβέβαιη ώρα, όταν ο λόγος και το έργο –ή η σιωπή και η αδράνεια– μετρούσαν περισσότερο από ποτέ στον καθορισμό της μορφής των επερχομένων. Αυτό που διακυβευόταν ήταν τα πράγματα που κάνουν τις ζωές μας ανθρώπινες: η μνήμη, η συνείδηση, η σκέψη και, με τη βαθύτερη έννοια, η ίδια η ψυχή. Σήμερα σπεύδουμε ξανά προς αυτό που ο Γκρόσμαν ονόμασε «σκληρό ουρανό, ουρανό από πάγο και φωτιά», το οποίο έχει στόχο τον ουρανό αλλά οδηγεί στην κόλαση. Όλα είναι συγκεχυμένα, και ανάμεσά τους ο λόγος και η βία. Όπως όμως μας θυμίζει το Εμείς, η επαναστατική αστάθεια είναι προσωρινή. Αν δεν εγερθούμε αυτήν ακριβώς τη στιγμή για να προασπίσουμε την προσωπική ελευθερία, όπως έκανε τόσο θαρραλέα ο Ζαμιάτιν, αυτή τη σύντομη περίοδο ρευστότητας θα την ακολουθήσει αναμφίβολα μια σκληρή παγωνιά.

ΜΕΤΑΦΡΑΣΗ: ΓΙΩΡΓΟΣ ΠΙΝΑΚΟΥΛΑΣ – ΘΟΔΩΡΗΣ ΣΤΑΜΑΤΗΣ


Ο Jacob Howland (1959) δίδαξε φιλοσοφία στο Πανεπιστήμιο της Τάλσα από το 1988 έως το 2020. Έχει εκδώσει πέντε βιβλία (μεταξύ των οποίων: The Republic. The Odyssey of Philosophy, 1993· The Paradox of Political Philosophy. Socrates’ Philosophic Trial, 1998· Kierkegaard and Socrates. A Study in Philosophy and Faith, 2006), ενώ δημοσίευσε περί τα εξήντα άρθρα και βιβλιοκρισίες πάνω στη σκέψη του Πλάτωνα, του Αριστοτέλη, του Ξενοφώντα, του Κίρκεγκωρ, σχετικά με το Ταλμούδ, το Ολοκαύτωμα κ.ά. Πιο πρόσφατο βιβλίο του είναι το Glaucon’s Fate: History, Myth, and Character in Plato’s Republic (Paul Dry Books, 2018). Διατηρεί την προσωπική ιστοσελίδα https://www.jacobhowland.com

Το παρόν κείμενο αποτελεί μετάφραση του άρθρου: Jacob Howland, «One hundred years of We. On the legacy of Yevgeny Zamyatin’s seminal dystopian novel», περ. The New Criterion, τόμ. 39, τχ. 3, Νοέμβριος 2020, σ. 12-17. Ηλεκτρονική δημοσίευση: https://newcriterion.com/issues/2020/11/one-hundred-years-of-we (προσπελάστηκε στις 23.11.2020).

[1] Γεβγκένι Ζαμιάτιν, «Ζαμιάτιν προς Στάλιν», στο Μιχαήλ Μπουλγκάκοφ, Γεβγκένι Ζαμιάτιν, Επιστολές στον Στάλιν, πρόλ.-σημ.-μτφρ. Αλεξάνδρα Ιωαννίδου, Άγρα, Αθήνα 2020, σ. 113-114.

[2] Ό.π., σ. 111.

[3] Ό.π., σ. 107.

[4] Ό.π., σ. 116.

[5] Γεβγκένι Ζαμιάτιν, Εμείς, μτφρ. Ειρήνη Κουσκουμβεκάκη, επιμ. Δημήτρης Κωνσταντίνου, Εξάρχεια, Αθήνα 2012, σ. 7-8.

[6] Ό.π., σ. 142.

[7] Ό.π., σ. 7.

[8] Ό.π., σ. 33.

[9] Ό.π., σ. 7.

[10] Ό.π., σ. 257.

[11] Ό.π., σ. 32.

[12] Ό.π., σ. 30.

[13] Ό.π., σ. 111.

[14] Ό.π., σ. 9.

[15] Ό.π., σ. 16.

[16] Ό.π., σ. 110.

[17] Ό.π.

[18] Ό.π., σ. 72.

[19] Ό.π., σ. 73.

[20] Ό.π., σ. 192.

[21] Ό.π., σ. 73.

[22] Ό.π., σ. 90.

[23] Φιόντορ Ντοστογιέβσκη, Αδελφοί Καραμάζοβ,μτφρ. Άρης Αλεξάνδρου, Γκοβόστης, Αθήνα 1990, τόμ. Β΄, σ. 124.

[24] Ό.π.

[25] Ό.π.

[26] Ό.π., σ. 155.

[27] Ό.π., σ. 153.

[28] Ό.π., σ. 155.

[29] Ό.π., σ. 153.

[30] Ό.π., σ. 159.

[31] Ό.π., σ. 160.

[32] Ό.π.

[33] Ό.π., σ. 159.

[34] Ό.π., σ. 160.

[35] Ό.π., σ. 151.

[36] Ό.π.

[37] Ό.π.

[38] Ό.π., σ. 158.

[39] Ό.π., σ. 151.

[40] Ό.π., σ. 162.

[41] Φίοντορ Ντοστογιέβσκη, Αδελφοί Καραμάζοβ, ό.π., τόμ. Δ΄, σελ. 155.

[42] Ό.π., σ. 151.

[43] Ό.π., σ. 154.

[44] Γεβγκένι Ζαμιάτιν, Εμείς, ό.π., σ. 222.

[45] Ό.π., σ. 201.

[46] Ό.π., σ. 282.

[47] Ό.π., σ. 157.

[48] Ό.π., σ. 201.

[49] Φιόντορ Ντοστογιέβσκη, Αδελφοί Καραμάζοβ, ό.π., τόμ. Β΄, σ. 155.

[50] Γεβγκένι Ζαμιάτιν, Εμείς, ό.π., σ. 68.

[51] Βόλφγκανγκ Γκαίτε, Φάουστ, μτφρ. Κωνσταντίνος Χατζόπουλος, Δωδώνη/Ελευθεροτυπία, Αθήνα 2010, σ. 24-25.

[52] Γεβγκένι Ζαμιάτιν, Εμείς, ό.π., σ. 280.

[53] Ό.π., σ. 260.

[54] Ό.π., σ. 9.